Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

«ΓΙΑΤΙ ΒΡΑΖΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΕΝΤΑ;», μια ατμοσφαιρική, δυνατή παράσταση.

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

«Γιατί βράζει το παιδί στην πολέντα;» είναι το αγαπημένο παραμύθι της ηρωίδας· ένα παραμύθι τρομακτικό και λυπητερό, που όμως τη συναρπάζει και την κάνει συνεχώς να θέλει να το ακούει, να αναρωτιέται και να δίνει τις δικές της απαντήσεις για το γιατί και το πώς βράζει το παιδί στην πολέντα.

Και μάλλον αυτό δεν είναι τυχαίο, γιατί και η ίδια η ηρωίδα δεν είναι παρά ένα παιδί που βράζει μέσα στη δική του πολέντα. Μέλος ενός περιοδεύοντος τσίρκου, με μητέρα και πατέρα ακροβάτες, η μικρή βιώνει τον μόνιμο ξεριζωμό και τη διαρκή περιπλάνηση που επιβάλλει το επάγγελμα των γονιών της. Πρόκειται για μια εναλλακτική οικογένεια, μακριά από τα καθιερωμένα. Η μικρή δεν ξέρει ούτε καν να διαβάζει. Ζώντας αυτή την παράξενη οικογενειακή κατάσταση, κάποια στιγμή παραδίδεται μαζί με την αδερφή της σε μια κοινωνική λειτουργό και από εκεί οδηγείται στο ορφανοτροφείο. Και τότε αρχίζουν νέες περιπέτειες, δυσκολίες και σκληρά παιχνίδια που σημαδεύουν για άλλη μία φορά τον ψυχισμό της. Το βαριετέ στο οποίο θα δουλέψει στη συνέχεια αποδεικνύεται ακόμη πιο σκληρό, καθώς το παιδί αναγκάζεται πρόωρα να γίνει γυναίκα, χάνοντας οριστικά και την τελευταία του αθωότητα. Οι ακατάλληλες συνθήκες διαβίωσης πληγώνουν βαθιά την παιδική ψυχή, που αναγνωρίζει τον εαυτό της στο παιδί που βράζει μέσα στην πολέντα.

Νεαροί απόφοιτοι της σχολής θεάτρου αποφασίζουν να ανεβάσουν αυτό το ιδιαίτερο έργο με δημιουργικότητα και φαντασία. Η σκηνοθετική προσέγγιση της Γεωργίας Διάκου χαρακτηρίζεται από πολλές μουσικές , έθνικ, κλασικές αλλά και σύγχρονες , που συνοδεύουν τη δράση και δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στην παράσταση. Υπεύθυνος για αυτές τις αξιόλογες επιλογές είναι ο Capette. Οι μουσικές, παράλληλα με τους υπέροχους φωτισμούς και τα χρώματα του Δημήτρη Μαραγκού, αλλά και τη νωχελική κίνηση που επιμελήθηκε η Μελίνα Τσαουσίδου, δημιουργούν μια σαγηνευτική ατμόσφαιρα. Στο ίδιο ύφος κινούνται και τα κοστούμια. Η εμφάνιση των ηρώων παραπέμπει αληθινά σε ακροβάτες περιοδεύοντος θιάσου, με αποτέλεσμα οι χαρακτήρες να στήνονται ιδανικά σαν ξεχωριστές περσόνες. Με όλα αυτά τα στοιχεία και με τις ιδιαίτερες παρουσίες των τριών ηθοποιών επί σκηνής, η σκηνοθέτρια δημιουργεί μοναδικές εικόνες, σχεδόν σαν ζωντανά κάδρα. Το αποτέλεσμα είναι μια αξιοπρόσεκτη και ατμοσφαιρική σκηνοθεσία.

Η σκηνογραφία της Αλεξάνδρας Δρόσου επιλέγει ελάχιστα αλλά ουσιαστικά σκηνικά στοιχεία: ένα μεγάλο κουτί με αντικείμενα, ένα λούτρινο αλογάκι, έναν σάκο με πάγο που στάζει συνεχώς, πριονίδια που κατακλύζουν τη σκηνή και, βέβαια, μια κατσαρόλα που βράζει ασταμάτητα.


Στον πρωταγωνιστικό ρόλο, η Φιόνα Κατοίκου, με ένα καθαρό πρόσωπο φωτεινό σαν φεγγάρι, αναλαμβάνει το μεγάλο βάρος να ερμηνεύσει το κορίτσι που ματώνει μέσα σε μια αλλόκοτη παιδική ηλικία. Το πρόσωπο αυτό μεταλλάσσεται στη διάρκεια της παράστασης, περνώντας από την παιδικότητα και τον αυθορμητισμό στην τραγικότητα και τον πόνο. Μαζί της, ο Μιχάλης Στεφανίδης μοιάζει πραγματικός τσιγγάνος ακροβάτης στον ρόλο του πατέρα, ενώ η Ελίνα Αντωνίου, ως μητέρα ακροβάτισσα, ξεχωρίζει με τα μακριά μαλλιά της, που αποτελούν το «εργαλείο» της, από το οποίο κρεμιέται για να βγάζει τα προς το ζην.

Το «Γιατί βράζει το παιδί στην πολέντα;» είναι μια δυνατή ιστορία χαμένης παιδικότητας και πικρής ενηλικίωσης. Ένα έργο που ξεκινά ανέμελα και χαλαρά, αλλά σιγά σιγά ξεδιπλώνει την τραγικότητά του μέσα από ωραίες ερμηνείες, μουσικές και ατμοσφαιρικές εικόνες. Ένα έργο δουλεμένο με μεράκι και δοσμένο με παραστατικότητα, που αξίζει να δείτε.

 

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

«ΔΥΟ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΧΟΡΕΥΟΥΝ», μια τρυφερή, συγκινητική παράσταση

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Δέκα και πλέον χρόνια μετά τη «Βασίλισσα της Ομορφιάς», η Έφη Σταμούλη ανεβαίνει και πάλι στη σκηνή για να ερμηνεύσει μία γηραιά κυρία. Αυτή τη φορά υποδύεται μια ιδιόρρυθμη, ανεξάρτητη, λαλίστατη, συμπαθητική και αρκετά διασκεδαστική γιαγιά. Μαζί της και πάλι η Σοφία Βούλγαρη, αυτή τη φορά όχι ως κόρη, αλλά ως η «γυναίκα» που έχει αναλάβει να τη φροντίζει δύο φορές την εβδομάδα.

Και είναι ξανά μια μεγάλη συνάντηση. Οι δύο γυναίκες, εντελώς άγνωστες στην αρχή, η καθεμία κλεισμένη στον δικό της κόσμο και στα προσωπικά της προβλήματα, έρχονται σιγά-σιγά και απροσδόκητα κοντά, κυρίως χάρη στις παραινέσεις και την προτροπή της γηραιάς κυρίας. Η «γυναίκα», υπερβολικά κλειστή, θλιμμένη αλλά ταυτόχρονα πεισματάρα, θα ανοίξει σιγά-σιγά την καρδιά της και θα εξομολογηθεί όσα την απασχολούν. Και τότε το σκηνικό αλλάζει εντελώς.

Το έργο μιλά για τη μοναξιά της εποχής μας μα και όλων των καιρών και για τη μοναχικότητα, που μπορεί να αποτελεί επιλογή χωρίς απαραίτητα να αποκλείει την ευτυχία.

Η Γλυκερία Καλαϊτζή επέλεξε μια λιτή σκηνοθεσία που εστιάζει στις ερμηνείες των ηθοποιών. Με απλές κινήσεις και χωρίς πομπώδη σκηνοθετικά ευρήματα, καταφέρνει παρ’ όλα αυτά να περάσει μια αίσθηση ζεστασιάς στον σκηνικό χώρο, γεννώντας έντονο συναίσθημα στους θεατές. Όταν μάλιστα η γυναίκα σιδερώνει με ένα πραγματικό σίδερο που ατμίζει στην πρίζα, καθώς εξομολογείται τα βιώματά της, η ζεστασιά αυτή εκπέμπεται και ζωντανά.

Στη δημιουργία αυτής της οικειότητας συμβάλλει και ο σκηνικός χώρος, ο οποίος περιορίζεται στο κεντρικό κομμάτι της σκηνής, επιτρέποντας την κίνηση μέσα σε ένα ιδιαίτερα στενό περιβάλλον. Οι χρωματικές επιλογές των σκηνικών και των κοστουμιών, ιδιαίτερα στην έναρξη, όπου κυριαρχούν τα κόκκινα στοιχεία, ενισχύουν ακόμη περισσότερο το αίσθημα θέρμης και ζεστασιάς. Κόκκινα είναι τα βιβλία, το λαμπατέρ, το σκαμπό, η φούστα της γυναίκας, το γιλέκο της γηραιάς κυρίας, ακόμη και η σκούπα με το φαράσι. Το cozy, ευφάνταστο και συμπυκνωμένο σκηνικό που έρχεται να υπηρετήσει ιδανικά τη μικρή αυτή ανθρώπινη ιστορία αλλά και τα κοστούμια έφτιαξε η Μαρία Καραδελόγλου.

Στις ερμηνείες τώρα,  σε έναν χαρακτηριστικό και δυνατό ρόλο  η Έφη Σταμούλη ερμηνεύει με ευκολία την ιδιαίτερη γηραιά κυρία που της ανατίθεται. Είναι ζεστή, επίμονη, συμπαθητική, εκφραστική και μας θυμίζει τις σπουδαίες εμφανίσεις της στην Πειραματική Σκηνή της Τέχνης. Μπορεί και ξέρει να γίνεται αστεία χωρίς ποτέ να χάνει το βάθος της και αποδεικνύει για ακόμη μία φορά πόσο μεγάλη ηθοποιός είναι.

Η Σοφία Βούλγαρη είναι πραγματικά καταπληκτική. Σοβαρή, τυπική, φυσική,  με ένα πρόσωπο απίστευτα εκφραστικό. Αν σταθεί κανείς και την παρατηρήσει, θα δει πως αλλάζει δεκάδες εκφράσεις μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στη μακροχρόνια συνεργασία τους ή απλώς στο ταλέντο, όμως οι δύο γυναίκες αναπτύσσουν μεταξύ τους μια εξαιρετική χημεία, η οποία συμβάλλει καθοριστικά στην επιτυχία της παράστασης.

Το έργο διανθίζεται από μελωδικά μουσικά ξενόγλωσσα κομμάτια σε μικρά μουσικά διαλείμματα, τα οποία, μαζί με τους φωτισμούς του Σωτήρη Ρουμελιώτη, ζεσταίνουν ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα. Γενικά, η παράσταση εκπέμπει μια γλύκα και ένα συναίσθημα οικειότητας και θαλπωρής. Όσο για το τέλος, ομολογώ πως με ξάφνιασε, είναι κάπως ασύμφωνο με  τα προηγούμενα και δεν το περίμενα, αν και είναι στα αλήθεια πολύ  θεατρικό.

Το έργο «ΔΥΟ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΧΟΡΕΥΟΥΝ», του καταλανού συγγραφέα Josep Maria Benet i Jornet  είναι ένα τρυφερό έργο προσέγγισης ανάμεσα σε δύο γυναίκες. Βγαλμένο μέσα από τη ζωή, γεμάτο αλήθειες αλλά και λεπτό χιούμορ για να απαλύνει  τις πιο βαριές στιγμές, μιλά για την ανθρώπινη απομόνωση και τα βάρη που κουβαλά ο καθένας που πολλές φορές μπορεί να γίνονται ασήκωτα.  Αξίζει να το δείτε.

Αρχή φόρμας

Τέλος φόρμας

 

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Έξυπνο μα και ουσιαστικό το «GROUP THERAPY»

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Μία έξυπνη, διασκεδαστική αλλά και ουσιαστική κωμωδία είναι το Group Therapy της Πένυς Φυλακτάκη, που ανεβαίνει από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στο Φουαγιέ της ΕΜΣ, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Πλασκοβίτη.

Δύο άντρες, τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους, συναντιούνται στην αίθουσα αναμονής μιας ψυχολόγου. Ο ένας, ο Κλεομένης, είναι μεγαλοστέλεχος πολυεθνικής, τελειομανής, αγχώδης, ανασφαλής και κλειστοφοβικός. Ο άλλος, ο Τσάκι, είναι γνωστός TikToker, με πολλά views και μεγάλη διαδρομή στις πλατφόρμες του διαδικτύου. Ο καθένας κουβαλά τα δικά του θέματα και προβλήματα. Μαζί τους στην αίθουσα αναμονής βρίσκεται και η Τζίνα, η γραμματέας της ψυχολόγου, με την οποία ο Τσάκι είναι κρυφά ερωτευμένος. Αυτοί οι τρεις, εντελώς άσχετοι μεταξύ τους άνθρωποι, θα γνωριστούν, θα έρθουν κοντά, θα αλληλεπιδράσουν και τελικά οι ζωές τους θα αλλάξουν ριζικά μέσα από αυτή τη σχέση.

Η Πένυ Φυλακτάκη γράφει με έναν ρέοντα και ευχάριστο λόγο, γεμάτο χιούμορ και ατάκες, χωρίς όμως να λείπουν τα σχόλια και οι προβληματισμοί. Από αυτό το μαγικό «μαγείρεμα» προκύπτουν αποτελέσματα που κανείς δεν περιμένει και τα οποία λειτουργούν λυτρωτικά για τους ήρωες.

Πάνω σε αυτόν τον όμορφο λόγο έρχεται να «κουμπώσει» μία σκανδαλιάρικη, ευρηματική και ξεκαρδιστική σκηνοθεσία από τον έμπειρο Λευτέρη Πλασκοβίτη. Μία σκηνοθεσία που δεν αφορά μόνο τη θέση και την κίνηση των ηθοποιών που είναι εξαιρετικές, αλλά και την ίδια την ερμηνευτική τους καθοδήγηση.

Και εδώ θα σταθούμε ιδιαίτερα. Ο Θανάσης Δισλής, στον πρωταγωνιστικό ρόλο του φοβικού στελέχους, δίνει πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας, θυμίζοντάς μας τους σπουδαίους κωμικούς ηθοποιούς του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Εισέρχεται απόλυτα στον ρόλο του ψυχικά ευάλωτου άντρα, μετουσιώνεται σκηνικά και τον ερμηνεύει αποθεωτικά. Η απόδοσή του είναι πραγματικά χάρμα οφθαλμών.

Δίπλα του, ο Δημήτρης Καραγιάννης, στον ρόλο του TikToker, αποτελεί πραγματική αποκάλυψη. Ένα μεγάλο ταλέντο, που δίνει όλη του την ψυχή σε μία καταιγιστική ερμηνεία, γεμάτη ένταση και κίνηση. Ιδανική η επιλογή των ηθοποιών από τον σκηνοθέτη. Τέλος, η Λίλη Αδρασκέλα στέκεται ευγενική, γοητευτική, σχεδόν σαγηνευτική, και υποστηρίζει επάξια τον ρόλο της. Μαζί τους, σε έναν σύντομο  ρόλο, εμφανίζεται και ο Γιάννης Τσιακμάκης ως Τάκης.

Στα του σκηνοθέτη και πάλι, ευρηματικότατο και υπέροχα ερμηνευμένο είναι το ξέφρενο κυνηγητό ανάμεσα στους ήρωες σε μία κρίσιμη στιγμή του έργου, ενώ εξαιρετική είναι και η σκηνή του εγκλεισμού του πρωταγωνιστή στην τουαλέτα, όπου διακρίνεται μόνο η σκιά του, προκαλώντας άφθονο γέλιο στους θεατές αλλά και μία αίσθηση αποφόρτισης και ψυχικής ανάτασης.

Κομψά τα κοστούμια και λειτουργικό το σκηνικό της Δανάης Πανά, που επιτρέπει την απρόσκοπτη κίνηση των ηθοποιών, ενώ ιδιαίτερα βοηθητικοί αποδεικνύονται και οι φωτισμοί του Στέλιου Τζολόπουλου.

Στις δύσκολες μέρες που ζούμε, οι κωμωδίες χρειάζονται περισσότερο από ποτέ, πόσο μάλλον όταν έχουν κάτι σημαντικό να μας πουν. Και το «GROUP THERAPY», όπως θα διαπιστώσετε κι εσείς, δεν είναι μία απλή κωμωδία. Είναι ένα βαθύ ψυχογράφημα χαρακτήρων που συναντάμε συχνά γύρω μας  αλλά και μέσα μας. Μέσα από τους δύο ήρωες, τον νεαρό influencer και τον μεσήλικα μεγαλοϋπάλληλο, αγγίζει και προσεγγίζει όλες τις ηλικίες. Και δεν μένει μόνο στις ατάκες και τα λόγια, καθώς στο τέλος η αλληλεπίδραση των χαρακτήρων έχει εμφανή και ουσιαστικά αποτελέσματα.

Σε αυτόν τον σημερινό κόσμο, γεμάτο προβλήματα και άγχη που φέρνει η καθημερινότητα αλλά και οι διεθνείς συνθήκες, η καλύτερη therapy είναι τελικά η Group Therapy, η θεραπεία της αλληλεπίδρασης. Αν θέλετε να περάσετε μιάμιση ευχάριστη αλλά και χρήσιμη, σχεδόν λυτρωτική ώρα, να διασκεδάσετε, να ψυχογραφηθείτε και να εκτονωθείτε ταυτόχρονα, τότε κλείστε το εισιτήριό σας για το Φουαγιέ του Κρατικού Θεάτρου.