Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

«ΛΑΜΠΕΡΑ ΠΑΡΑΣΙΤΑ», μια αποτρόπαιη υπόθεση, ένα λαμπρό σαρκαστικό μιούζικαλ

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Ένα νεαρό ζευγάρι ζει μέσα στη φτώχεια και την ανέχεια, ενώ η κοπέλα περιμένει και παιδί. Τότε, μια απρόσμενη έκπληξη παρουσιάζεται στη ζωή τους. Tους χαρίζεται ένα τεράστιο σπίτι με πολλές προοπτικές για το μέλλον, σε μια υποβαθμισμένη και απομακρυσμένη συνοικία της πόλης.
Όταν μια μέρα ο νεαρός θα προβεί σε μια αποτρόπαιη πράξη, μια μεγάλη ανταμοιβή τον περιμένει. Και όσο οι αποτρόπαιες πράξεις συνεχίζονται, τόσο οι ανταμοιβές μεγαλώνουν.

Τα «ΛΑΜΠΕΡΑ ΠΑΡΑΣΙΤΑ» του Philip Ridley είναι ένα έργο πρωτοποριακό στη σύλληψή του, που έρχεται να στηλιτεύσει την καταναλωτική κοινωνία και την απώλεια της ηθικής που μπορεί να προκαλέσει η ακόρεστη δίψα για όλο και περισσότερα υλικά αγαθά. Το δίλημμα είναι μεγάλο για αυτά τα δύο παιδιά που επιθυμούν το σπίτι των ονείρων τους και τη ζωή των ονείρων τους. Πώς να σταματήσουν τις αποτρόπαιες πράξεις, όταν καθεμιά από αυτές κρύβει και μια ευχάριστη έκπληξη; Και μέχρι πού μπορεί τελικά να φτάσει ο άνθρωπος;

Το ξεχωριστό σε αυτή την παράσταση είναι πως η σκηνοθέτις επιλέγει ευρηματικά να τη μετατρέψει σε μιούζικαλ, δίνοντάς της νέα πνοή. Εδώ τα ηνία παίρνει ο πολύπειρος και πασίγνωστος μουσικός της πόλης μας, Κώστας Βόμβολος, ο οποίος πραγματικά διαπρέπει. Σκύβει με αφοσίωση πάνω στο έργο και στήνει πάμπολλα τραγούδια και υπέροχες μουσικές. Το σημαντικό είναι πως τις επεξεργάζεται καρέ καρέ και είναι πάντοτε απόλυτα ανάλογες με το ύφος και τα συναισθήματα της κάθε στιγμής. Οι γλυκές στιγμές του ζευγαριού συνοδεύονται από μελωδικές, γλυκερές μουσικές, ενώ οι στιγμές αγωνίας και σασπένς από εντάσεις και έντονες υποκρούσεις. Αυτή η συνεχής μετάπτωση και εναλλαγή ανάμεσα στις γλυκές και τις δυνατές μουσικές δίνει έμφαση στην παρωδία και υπερτονίζει τον σαρκασμό των πράξεων των δύο πρωταγωνιστών. Πρόκειται για μια δουλειά ιδιαίτερα προσεγμένη στη λεπτομέρειά της.

Συνεχίζοντας με τα τραγούδια, αξίζει να αναφερθούμε και σε έναν ακόμη άθλο. Την απόδοση του μεγαλύτερου μέρους του έργου με στίχους του Γιώργου Φράγκογλου. Στίχοι παραστατικοί, έξυπνοι, σαφείς και αντιπροσωπευτικοί, πάντα με ρίμα. Εξίσου ενδιαφέροντα είναι και τα χορευτικά, με υπέροχη κίνηση και κέφι, που ενισχύουν την εικόνα της παρωδίας σε ένα έργο αντικειμενικά σκληρό και σοκαριστικό. Την κίνηση επιμελήθηκε η Ιωάννα Μήτσικα.

Σκηνοθετικά, η Γλυκερία Καλαϊτζή, πέρα από όσα ήδη αναφέραμε, κινείται με μεγάλη δυναμική και αφοσίωση. Αναλαμβάνει να αποδώσει το έργο βήμα βήμα και ατάκα ατάκα, χωρίς να αφήνει ούτε ένα δευτερόλεπτο ακάλυπτους τους πρωταγωνιστές της, αναθέτοντάς τους συνεχώς διαφορετικές κινήσεις και θέσεις. Με έναν απλό καναπέ και δύο καθίσματα, οι ηθοποιοί ερμηνεύουν ασταμάτητα, χωρίς να κουράζουν ούτε στιγμή.

Τους ρόλους αποδίδουν η Βικτώρια Σισκοπούλου και ο Γρηγόρης Φρέσκος. Οι ταλαντούχοι ηθοποιοί εμφανίζονται ως πραγματικά πολυεργαλεία, καθώς ερμηνεύουν καταπληκτικά, ενώ ταυτόχρονα τραγουδούν και χορεύουν όποτε απαιτείται. Η Βικτώρια είναι ενθουσιώδης, αυθόρμητη και δυναμική, ενώ ο συμπρωταγωνιστής της αποδίδει εξαίσια τον αμήχανο νεαρό που καταλήγει εγκληματίας για να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του. Ξεχωρίζει η σκηνή του πάρτι γενεθλίων με τις εξαιρετικές μιμήσεις.
Η έμπειρη Σοφία Βούλγαρη που τους συνοδεύει, στήνει μια ιδιαίτερη περσόνα ως Miss D, ενώ κλέβει την παράσταση και στον ρόλο της άστεγης.

Εντυπωσιακό είναι και το κίτρινο σκηνικό της Ευαγγελίας Κιρκινέ, με κυρίαρχη την κάτοψη του σπιτιού που απεικονίζεται στο βάθος της σκηνής, γεμάτη φωτάκια, σαν ένα τρελό ηλεκτρονικό παιχνίδι, όπως τρελό είναι και το παιχνίδι στο οποίο επιδίδονται οι δύο νέοι. Τέλος, αξίζει να αναφερθούμε στους φωτισμούς του Σωτήρη Ρουμελιώτη.

Το έργο είναι βαρύ και ελαφρύ ταυτόχρονα. Βαρύ στην ουσία του και ελαφρύ στην απόδοσή του. Κι αυτό ακριβώς είναι που του χαρίζει μια υπέροχη μαγεία. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη δουλειά, εξαιρετική σε σύλληψη και εκτέλεση, που μεταδίδει «με το γάντι» τις τραγικές προεκτάσεις του καταναλωτισμού και των άκρατων φιλοδοξιών, στηλιτεύοντας μια σάπια κοινωνία όπου όλες οι πραγματικές αξίες καταρρέουν.
Αξίζει να τη δείτε.

 

 

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Σοκαριστικό το «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ»

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου


Ένα έργο γροθιά στο στομάχι, μια πραγματικά σοκαριστική υπόθεση, παρουσίασε η θεατρική ομάδα Ωραιοκάστρου «ΔΙΑΔΡΑΣΗ» στο Θέατρο Μίκης Θεοδωράκης στο Κορδελιό. Πρόκειται για το έργο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» που έγραψε ο Μάριος Ποντίκας και διασκεύασε και σκηνοθέτησε η Βίκυ Γρηγοριάδου.

Αφορά την περίπτωση βιασμού μιας νεαρής κοπέλας. Μα ο βιασμός αυτός, εν τέλει, ήταν το λιγότερο. Οι πράξεις στις οποίες την οδήγησε η οικογένειά της για να «ξεπλύνει» τη ντροπή είναι αυτές που  μας αφήνουν κυριολεκτικά άφωνους. Μια ιστορία που μοιάζει απίστευτη κι όμως θα μπορούσε πραγματικά να είναι αληθινή. Τα κουτσομπολιά, η κοινωνική κατακραυγή, τα αρνητικά σχόλια και κυρίως η οργισμένη αντίδραση της οικογένειας του θύματος οδηγούν τη νεαρή ηρωίδα σε τραγική κατάληξη. Το έργο εκτυλίσσεται το 1979 και όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα γεγονότα θα μπορούσαν να είχαν συμβεί τόσο παλιότερα όσο και ακόμη και σήμερα, σε κάποιες πιο κλειστές κοινωνίες.

Σε μια εποχή που η γυναίκα εξακολουθεί να παραμένει θύμα και στόχος των ανδρών, σε μια εποχή που οι γυναικοκτονίες είναι καθημερινό φαινόμενο, παρακολουθούμε το έργο αυτό με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Από τη μία βλέπουμε την οικογένεια ( μάνα, πατέρα και αδερφή ) και από την άλλη την  αίθουσα του δικαστηρίου όπου διάφοροι μάρτυρες  καταθέτουν. Μέσα από αυτές τις δύο πλευρές αναδεικνύεται μια απίστευτη βαρβαρότητα.

Η Βίκυ Γρηγοριάδου σκηνοθετεί με άποψη, συχνά με στοργή και κυρίως με πολλή ευαισθησία και ενσυναίσθηση. Η έναρξη παρουσιάζει μια κοπέλα που πνίγεται, που ασφυκτιά κάτω από ένα νάιλον σεντόνι, το θύμα προφανώς, ενώ το τέλος του έργου στέλνει ένα αισιόδοξο μήνυμα για τη ζωή που κάθε γυναίκα πρέπει να ονειρεύεται και να αξιώνεται να ζήσει, ώστε να είναι ευτυχισμένη, συνοδευόμενο από ένα ποίημα και ένα έγχρωμο βίντεο κλιπ.

Στην είσοδο του θεάτρου μάς υποδέχονται ζευγάρια μεταχειρισμένων παπουτσιών και δίπλα τους κεράκια, σαν σύμβολο όλων των γυναικών που υπέφεραν ή έχασαν τη ζωή τους χωρίς πραγματικά να έχουν φταίξει στο παραμικρό. Δύο φορέματα, κρεμασμένα σε κρεμάστρες, αναμένουν από την αρχή του έργου πάνω στη σκηνή να φορεθούν — άραγε σε ποια περίσταση; Ενώ μικρές ανάπαυλες ανάμεσα στα επεισόδια δίνουν την ευκαιρία στους θεατές να αναστοχαστούν όσα είδαν.

Οι ηθοποιοί ερμηνεύουν με πάθος και μεγάλη αφοσίωση τους ρόλους τους. Στο ρόλο της Αφέντρας, του θύματος δηλαδή, η αφοπλιστική, εξαιρετική Εύη Τανάνη. Ξεχώρισε για τη σπαρακτική ερμηνεία της στον ρόλο της μάνας η Αγγελική Πετροπούλου, διχασμένη ανάμεσα στον πόνο για το βασανισμένο παιδί της και στην αμείλικτη στάση του πατέρα και της αδερφής της νεαρής.

Σε μια εποχή που η βία κατά των γυναικών καλά κρατεί, το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» έρχεται να μας συγκλονίσει, να μας αφυπνίσει και να μας θυμίσει ότι η σιωπή, η συνενοχή και τα κοινωνικά στερεότυπα σκοτώνουν εξίσου. Ένα έργο που δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο και που οφείλουμε να δούμε, όχι μόνο ως θεατρική εμπειρία, αλλά ως κοινωνικό καθρέφτη και κραυγή ευθύνης.

Αρχή φόρμας

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

«Shirley Valentine», μια ζεστή, τρυφερή παράσταση

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Η Shirley Valentine είναι μία απλή νοικοκυρά. Κάποτε ερωτεύτηκε, κάποτε παντρεύτηκε, έκανε δύο παιδιά και έζησε ό,τι μπορούσε να ζήσει. Και τώρα, είναι πια μόνη μέσα στην κουζίνα της και μαγειρεύει για τον αυστηρό σύζυγο που θα σχολάσει το απόγευμα, μα και για να γεμίσει τα ταπεράκια που θα πάρει η κόρη της, που ζει μακριά. Η Shirley αφηγείται τα βάσανά της και τη μοναξιά της στο μοναδικό της «φίλο», τον απέναντι τοίχο. Πώς έγιναν όλα αυτά, πώς πέρασε και έφυγε έτσι η ζωή της, πώς ο έρωτας για ένα νεαρό αγόρι κατέληξε σε μία σχέση συμβατική, χωρίς αγάπη, χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς ευχάριστες στιγμές, χωρίς επικοινωνία, χωρίς τίποτα;

Η Shirley, το τρελοκόριτσο των νεανικών χρόνων, ονειρευόταν πάντα να ταξιδέψει, μα δεν τα κατάφερε. Και να που τώρα παρουσιάζεται η ευκαιρία, η καλύτερή της φίλη της χαρίζει ένα εισιτήριο για να πάνε παρέα στην Ελλάδα. Η ηρωίδα τρελαίνεται με την ιδέα αυτή, ένα όνειρο που μπορεί επιτέλους να γίνει πραγματικότητα. Μα πώς να αφήσει μόνους σύζυγο και παιδιά; Και αν το πει στον άντρα της, θα της επιτρέψει να φύγει για την Ελλάδα για δεκαπέντε ολόκληρες μέρες; Αποκλείεται. Η Shirley είναι μία από εμάς, μία από τις πολλές γυναίκες που έθαψαν τη ζωή τους μέσα στην κουζίνα χωρίς να το καταλάβουν. Θα αποφασίσει άραγε να κάνει την επανάστασή της;

Τη μετάφραση και τη διασκευή του κειμένου υπογράφει ο Αλέξανδρος Ρήγας, που με μεγάλη μαεστρία παραδίδει ένα έξυπνο κείμενο, ευχάριστο, διασκεδαστικό, περιεκτικό, κομψό, λιτό και όχι πληθωρικό, καθώς λιτή είναι και η νοικοκυρά Shirley. Το κείμενο, αναφέρει περιστατικά από τα παιδικά και τα νεανικά χρόνια της Shirley, από το παρελθόν γενικότερα, και μας συστήνει σε βάθος τον χαρακτήρα της γυναίκας αυτής.

Ήμουν σίγουρη πως το έργο αυτό θα ταίριαζε απόλυτα στο ταπεραμέντο της Παυλίνας Χαρέλα. Και πράγματι, λες και γράφτηκε για αυτήν. Η πολύπειρη Παυλίνα το ερμηνεύει με ιδιαίτερη τρυφερότητα και ευαισθησία. Με επιδεξιότητα, πειστικότητα και παραστατικότητα αποδίδει τον μονόλογο, μα και τις μιμήσεις και τους διαλόγους που απαιτούνται, αλλάζοντας τη χροιά της φωνής της, τις εκφράσεις του προσώπου της και την κίνησή της. Και ναι, το προσωπάκι της ταιριάζει απόλυτα σε αυτό της Shirley, μιας καταπιεσμένης αλλά έξυπνης γυναίκας, με φευγάτη ψυχή, που όμως έχασε τον εαυτό της και έθαψε την προσωπικότητά της μέσα στην καθημερινότητα.

Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο μόνιμος πλέον συνεργάτης της Παυλίνας και καλός της φίλος, ο Αντώνης Λουδάρος. Και φαίνεται από το αποτέλεσμα η χημεία που έχει αναπτυχθεί μεταξύ τους. Δεν πρόκειται για μία πομπώδη σκηνοθεσία, αλλά για μια ευχάριστη και καθημερινή, γιατί εξάλλου μία καθημερινότητα έχει να αποδώσει.

Ευχάριστες και οι μουσικές που διανθίζουν το έργο, ενώ μας συντροφεύουν και μας ξαφνιάζουν οι ήχοι, άλλοτε της βροχής και των βροντών και άλλοτε της θάλασσας, των κυμάτων και των γλάρων.

Το «Shirley Valentine» είναι ένα έργο για την αναζήτηση της προσωπικής ευτυχίας και την αυτοπραγμάτωση, ένα ζωντανό μήνυμα ελπίδας. Ένα έργο επίκαιρο και διαχρονικό, που εύκολα θα συγκινήσει την κάθε γυναίκα, μα και τον κάθε καταπιεσμένο άνθρωπο. Δοκιμασμένη συνταγή, μετάφραση και διασκευή από έναν βετεράνο του είδους, τον Αλέξανδρο Ρήγα, και δοκιμασμένο επίσης το δίδυμο Παυλίνας Χαρέλα και Αντώνη Λουδάρου.
Αποτέλεσμα σίγουρο. Αξίζει να το δείτε!

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ατμοσφαιρικός ο «ΝΑΝΟΥΡΙΣΤΗΣ»

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου



Δεν μπορώ να γράψω για τα έργα του Θανάση Τριαρίδη, και αυτό είναι γεγονός. Ίσως δεν μπορώ πάντοτε να αντιληφθώ πλήρως τη σύλληψη και την εξέλιξή τους. Πάντα, όμως, με εντυπωσίαζε η ευκολία με την οποία αυτός ο άνθρωπος εμπνέεται και γράφει θέατρο. Έχει γράψει τόσα πολλά... Παρ’ όλα τα θετικά χαρακτηριστικά τους, δεν τα θεωρώ τέλεια, γιατί εν τέλει ποτέ δεν τα κατάλαβα ολοκληρωτικά.

Είδα χθες και τον «ΝΑΝΟΥΡΙΣΤΗ». Το έργο γράφτηκε πριν από δώδεκα χρόνια και, όπως μας είπε ο ίδιος, όταν το βλέπει νιώθει σαν να το έχει γράψει κάποιος άλλος. Τόσο πολύ έχει αλλάξει πλέον ο τρόπος σκέψης και ο προσανατολισμός του συγγραφέα. Εμένα μου έμοιασε σαν ένα μαγικό παραμύθι μέσα από το οποίο  μια διάσημη συγγραφέας οδηγείται στον θάνατο. Και έτσι όπως εκτυλίχθηκε η ιστορία, ήταν τελικά ένας αποδεκτός, ένας υποφερτός θάνατος.

Ο νανουριστής είχε αναλάβει να τη νανουρίσει στις τελευταίες στιγμές της, μέχρι να πεθάνει. Δεν την νανούρισε βέβαια· όμως της κράτησε συντροφιά. Το παραμύθι είχε έρωτα, αναμνήσεις, σασπένς, αιφνιδιασμούς, ευρηματικότητα, αλλά και μια ιστορία μέσα στην ιστορία, για έναν αλχημιστή, που είναι αλήθεια δεν ήταν απόλυτα κατανοητή. Αυτή την πολύπλοκη ιστορία θα μπορούσε ο συγγραφέας να την επεξεργαστεί περισσότερο, ώστε να περάσει ευκολότερα όλη η ουσία και το συναίσθημά της στους θεατές. Παρ’ όλα αυτά, το έργο μας κράτησε το ενδιαφέρον στο υπόλοιπο κομμάτι του, διατηρώντας την προσμονή για την εξέλιξη.

Ο Παύλος Δανελάτος το ανέβασε εξαιρετικά ποιοτικά, όπως κάνει πάντα, σε μια ατμοσφαιρική παράσταση. Και ήταν σίγουρα ένα δύσκολο εγχείρημα, αν σκεφτούμε τη δυστοπία του έργου αλλά και τις προηγούμενες απόπειρες άλλων σκηνοθετών, που τελικά ναυάγησαν. Ναι, ο Παύλος Δανελάτος δεν φοβάται τον Θανάση Τριαρίδη· τον αγαπάει.

Πολύ καλές οι ερμηνείες, με τη Μαρία Προδρόμου να αποδίδει ιδανικά την υστερική αριστοκράτισσα που αγόρασε τον θάνατό της. Ο Αλέξης Κότσυφας, ως νανουριστής, μου φάνηκε υπερβολικά πραγματιστής, αν και κλήθηκε να συντροφεύσει μια γυναίκα στις τελευταίες της στιγμές. Θα περίμενα να δείχνει, τουλάχιστον στην αρχή, και όχι απαραίτητα να είναι στην πραγματικότητα, λίγο περισσότερο πνευματικός.

Μια παρατήρηση για τον σκηνοθέτη: δεν μου άρεσαν οι θηλυπρεπείς κινήσεις του νανουριστή όταν έγινε η αντιστροφή των ρόλων. Όχι μόνο δεν ήταν απαραίτητες, αλλά χαλούσαν και το κλίμα του έργου.

Η παράσταση πλαισιωνόταν από σαγηνευτικές μουσικές και φωτισμούς. Το έργο, αν και πραγματεύεται τον θάνατο και έχει μια πεσιμιστική βάση που σίγουρα αντιπροσωπεύει τον συγγραφέα, διέθετε μια ευρηματική πλοκή και, σε συνδυασμό με το προσεγμένο ανέβασμα από τον έμπειρο σκηνοθέτη, τελικά μου άρεσε. Μας άφησε μια αίσθηση πληρότητας και ζεστασιάς. Μια ανάταση και μια υποβόσκουσα γλύκα.

Αν σας αρέσουν οι φανταστικές ιστορίες με έρωτα και μυστήριο, αξίζει να το δείτε!

 

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Ρεσιτάλ ερμηνείας από τον Γιώργο Καραμίχο στον «VANYA»

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου



Μια εξαιρετική παράσταση και ένα πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας από τον Γιώργο Καραμίχο είχα τη χαρά να απολαύσω χθες το βράδυ στο Θέατρο Αριστοτέλειον, στο έργο VANYA.

Πρόκειται για έναν αριστοτεχνικά γραμμένο μονόλογο, όπου αναπτύσσεται ολόκληρη η υπόθεση του έργου Θείος Βάνιας του Τσέχωφ. Ο ηθοποιός ερμηνεύει όλους τους ρόλους και αποδίδει όλους τους διαλόγους με έναν εντυπωσιακό τρόπο. Μέσα σε δευτερόλεπτα μεταμορφώνεται από τον έναν χαρακτήρα στον άλλο και, ξανά και ξανά, δεκάδες φορές, μεταπηδά από ρόλο σε ρόλο. Είναι μια πραγματικά καταπληκτική δουλειά, όπου ο σημαντικός ηθοποιός, σκηνοθέτης και διακεκριμένος δάσκαλος υποκριτικής στο Λος Άντζελες Γιώργος Καραμίχος ξεδιπλώνει το σπουδαίο ταλέντο του. Κάποιες φορές φορώντας μόνο ένα ζευγάρι γυαλιά, μια ποδιά ή κρατώντας ένα βαποριζατέρ, αλλά τις περισσότερες φορές χωρίς τίποτε από όλα αυτά, μόνο με την έκφραση του προσώπου του, τη χροιά της φωνής του και την αλλαγή της κίνησής του. Ένα μαλακό χαμόγελο, ένα λύγισμα της κεφαλής ή ένα «ρ» που δεν προφέρεται κανονικά αρκούν για να γεννηθεί ένας νέος χαρακτήρας.

Το έργο έγραψε ο Σάιμον Στήβενς, γνωστός στην Ελλάδα από το έργο του «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα», θέλοντας ίσως να συστήσει τον Θείο Βάνια σε ένα πιο σύγχρονο και νεανικό κοινό. Ο συγγραφέας επιλέγει οκτώ ρόλους και πάνω σε αυτούς στήνει ολόκληρη την πλοκή. Ο Ιβάν (Θείος Βάνιας) εργάζεται σκληρά στο πατρικό κτήμα από τα νεανικά του χρόνια, έχοντας παραχωρήσει το μερίδιό του στην αδελφή του Άννια, η οποία έχει πλέον φύγει από τη ζωή. Μαζί του ζει η κόρη της, η Σόνια. Όλα τα χρήματα τα στέλνει στον σύζυγο της Άννιας, τον Αλέξανδρο, ο οποίος είναι διάσημος σκηνοθέτης. Ο Ιβάν αφιερώνει όλη του τη ζωή σε αυτόν τον άνθρωπο και όλοι του οι κόποι αποσκοπούν μόνο στο να διαπρέψει εκείνος και να αναδειχθεί το έργο και η προσωπικότητά του. Κάποια στιγμή ο Αλέξανδρος έρχεται στο κτήμα με τη νέα του σύζυγο, την Έλενα. Πώς θα είναι τα πράγματα τώρα που ο Βάνιας θα τον ζήσει από κοντά; Μαζί τους βρίσκονται ο γιατρός Μιχαήλ, η μητέρα του Ιβάν, ο Ηλίας και η Μαρίνα.

Ανάμεσα στους ήρωες αναπτύσσονται ιδιαίτερες σχέσεις, έρωτες, κόντρες, αλλά και ερωτικά τρίγωνα. Το έργο είναι έξυπνο, καλογραμμένο, διεισδυτικό,  παραστατικό και γεμάτο συναίσθημα. Το Vanya είναι ένα έργο για την αποτυχία, τη ματαίωση και τις χαμένες προσδοκίες.

Η παράσταση χαρακτηρίζεται από μια έξυπνη και ευρηματική σκηνοθεσία, για την οποία υπεύθυνος είναι ο θεατρικός σκηνοθέτης και σκηνογράφος με καριέρα στο εξωτερικό Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος. Ο σκηνοθέτης ζητά από τον ηθοποιό του φορώντας μια λιτή πράσινη φόρμα την οποία δεν αλλάζει ούτε στιγμή, και βασιζόμενος αποκλειστικά στο υποκριτικό του ταλέντο, να υποδυθεί όλους τους ρόλους. Διακρίνουμε έντονη κινητικότητα πάνω στη σκηνή. Από στιγμή σε στιγμή, σαν σβούρα, ο ηθοποιός αλωνίζει όλο τον χώρο αποδίδοντας την υπόθεση, ενώ κυριολεκτικά επιδίδεται τουλάχιστον δύο φορές σε κυκλικούς χορούς. Μέσα από τις σκηνοθετικές και ερμηνευτικές επιλογές φαίνεται να ακροβατεί συνεχώς ανάμεσα στο γέλιο και στο δάκρυ, προσδίδοντας στην ερμηνεία του έντονα κωμικά στοιχεία. Κατά διαστήματα, την ένταση των σκηνών σπάνε μικρά μουσικά διαλείμματα.

Το σκηνικό, από άκρη σε άκρη της σκηνής, απεικονίζει ένα τεράστιο σούπερ μάρκετ, γεμάτο εντυπωσιακά ράφια με διάφορα προϊόντα. Το σκηνικό αυτό λειτουργεί εκσυγχρονιστικά, δίνοντας μια νότα σύγχρονης ζωής στο έργο, καθώς ο χρόνος σε αυτό δεν προσδιορίζεται στην πραγματικότητα. Βέβαια, τίποτα δεν διαδραματίζεται σε ένα σούπερ μάρκετ. Το σκηνικό είναι κυρίως συμβολικό, καθώς φαίνεται πως ακόμη και μέσα στην σημερινή αφθονία των αγαθών οι άνθρωποι εξακολουθούν να βασανίζονται από τα ίδια πάθη που απασχολούσαν τους ήρωες την εποχή του Τσέχωφ, όπως η αγάπη και το χρήμα και να υποφέρουν από ανεκπλήρωτους έρωτες και ματαιώσεις. Το σκηνικό και τους φωτισμούς επιμελήθηκε ο  Marco Turcich.

Πρόκειται για μια υπέροχη παράσταση που αξίζει όλοι να δείτε. Και είναι πραγματικά κρίμα που ο Καραμίχος μάς «φεύγει» σε μόλις τρεις ημέρες, τον θέλουμε για πολύ περισσότερες παραστάσεις στο Θέατρο Αριστοτέλειον.

 

 

 

 

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

«ΠΩΣ ΝΑ ΠΡΟΣΠΟΙΕΙΣΤΕ ΟΤΙ ΘΑ ΕΡΘΟΥΝ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΜΕΡΕΣ: ΣΤΟΝ ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟ ΤΟΥ ΤΣΕΧΩΦ», μια ξέφρενη κωμωδία.


Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Μια ομάδα ηθοποιών προσπαθεί να ανεβάσει τον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ και, ενώ οι ζωές και οι ημέρες των ηρώων του έργου δεν είναι καθόλου εύκολες, φαίνεται πως εξίσου δύσκολες είναι και οι μέρες που περνούν οι ηθοποιοί που τους υποδύονται. Συγκεκριμένα, ο επικεφαλής της θεατρικής ομάδας παρουσιάζεται καταχρεωμένος, με υποθηκευμένο σπίτι και τις τράπεζες να τον καταδιώκουν. Έτσι, καθώς χρεοκοπούν οι ήρωες του έργου του Τσέχωφ, φαίνεται να τους ακολουθούν και οι αντίστοιχοι ηθοποιοί. Θα έρθουν, τελικά, καλύτερες ημέρες;

Η θεατρική ομάδα Γκραν Γκινιόλ, πιστή στις πρωτότυπες ιδέες και τις ευρηματικές προτάσεις, ανεβάζει το έργο «Πώς να προσποιείστε ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες: Στον Βυσσινόκηπο του Τσέχωφ», το οποίο έγραψε ο ταλαντούχος γιος ενός εκ των ιδρυτών της,  του Στάθη Μαυρόπουλου, ο Κωνσταντίνος. Σε μια εμπνευσμένη σύλληψη, ο συγγραφέας αντλεί πραγματικά στοιχεία από τις ζωές των ηθοποιών, καθιστώντας το έργο ευφάνταστο. Παρ’ όλα αυτά, τα περισσότερα από όσα τους αποδίδει είναι φανταστικά και ακραία, ώστε οι ζωές τους και τα προβλήματά τους, κυρίως τα οικονομικά, να προσομοιάζουν με εκείνα των τσεχωφικών ηρώων. Έτσι, δημιουργείται ένα πρωτότυπο και άρτια δεμένο μείγμα χαρακτήρων, ικανό να κρατήσει στους θεατές απολαυστική συντροφιά.

Από το έργο δεν απουσιάζουν η συγκίνηση και οι προβληματισμοί γύρω από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν κάποιοι σημερινοί ήρωες, οι ηθοποιοί, μέσα σε μια απαιτητική σύγχρονη καθημερινότητα.

Η παράσταση είναι δοσμένη με άφθονο χιούμορ, ενώ οι ερμηνείες είναι εκρηκτικές και καρικατουρίστικες, φτάνοντας πολλές φορές στα άκρα. Ενορχηστρωτής όλων αυτών των προσπαθειών είναι η σκηνοθέτις Δήμητρα Χουμέτη, η οποία οργανώνει μια κυριολεκτικά ξέφρενη σκηνοθεσία που απογειώνει το σενάριο. Κάθε στιγμή της κρύβει και μια νέα ιδέα, αποδεικνύοντας την ανεξάντλητη έμπνευσή της. Ανάμεσα στα επεισόδια παρεμβάλλονται εκρηκτικά διαλείμματα, διανθισμένα με τραγούδια και χορούς. Τα σύγχρονα τραγούδια, με χορευτικές μουσικές από το ξένο ρεπερτόριο, επιλέχθηκαν από την ίδια τη σκηνοθέτιδα και της αξίζουν για όλα πραγματικά συγχαρητήρια.

Ερμηνευτικά ξεχωρίζουν ο Στάθης Μαυρόπουλος και ο Διονύσης Καραθανάσης , οι οποίοι φαίνεται πως έχουν λάβει εντολή για τις πιο ακραίες αποδόσεις. Δημιουργούν γραφικές φιγούρες, έτσι ώστε κάθε γκριμάτσα και κάθε κίνησή τους να προκαλεί άφθονο γέλιο. Οι δύο Ιωάννες της παρέας, Λαμνή και Σιδηροπούλου, κινούνται σε πιο ήπιους τόνους, με τον μονόλογο της Ιωάννας Σιδηροπούλου για τη δουλειά της στην ταβέρνα να ξεχωρίζει. Την ομάδα συμπληρώνει ο νεαρός Σάββας Τραπεζάνογλου, με το ιδιαίτερο ταμπεραμέντο του, στον ρόλο ενός ηθοποιού που έχει γίνει φίρμα στην Αθήνα και επιστρέφει για να βοηθήσει την ομάδα να ανακάμψει.

Τα σκηνικά είναι λιτά και κατασκευασμένα από απλά υλικά, ωστόσο διαθέτουν φινέτσα και δεν στερούν τίποτα από την παράσταση. Τα περισσότερα  από τα κοστούμια είναι εντυπωσιακά, ενώ οι αλλαγές τους γίνονται επί σκηνής, δημιουργώντας μια έντονη ατμόσφαιρα αλλά και ένα ευχάριστο εσκεμμένο χάος. Σκηνικά και κοστούμια  σχεδίασε η Μαρία Καβαλιώτη.

 Μόνη μου παρατήρηση, δεν μπόρεσα με τίποτα να απομνημονεύσω τον τίτλο της παράστασης και αυτό είναι βέβαια ένα θέμα. Από την άλλη, συμφωνώ πως εν τέλει είναι ένας τίτλος πρόκληση για τους θεατές και ίσως περισσότερο ελκυστικός.

Πρόκειται για μια κωμωδία γύρω από την οικονομική εξαθλίωση και τη σκληρή σύγχρονη πραγματικότητα που όλοι αντικρίζουμε, συχνά ανίκανοι να την αντιμετωπίσουμε. Μια δουλειά από μια δεμένη, θεότρελη ομάδα που φαίνεται να την απολαμβάνει στο έπακρο, συμπαρασύροντας και το κοινό σε αυτό το ταξίδι στον ζεστό και φιλόξενο χώρο που διατηρεί στην Κάτω Τούμπα, στην οδό Πεστών 66. Κάντε λοιπόν και εσείς το βήμα, μια μικρή επίσκεψη  σ’ αυτή τη γειτονιά, για να περάσετε μιάμιση ώρα διασκέδασης, απολαμβάνοντας το πηγαίο ταλέντο και την ξέφρενη διάθεση της ομάδας αυτής.

 Καλή θέαση.

 

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

«ΟΙ ΔΕΛΦΙΝΟΙ, ΚΑΖΙΜΙΡ ΚΑΙ ΦΙΛΙΝΤΟΡ», μια διαχρονική, άρτια παράσταση!

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Δύο δελφίνοι, οι Καζιμίρ και Φιλιντόρ, ανταγωνίζονται για το ποιος θα κερδίσει τελικά την εξουσία. Στέκονται, λοιπόν, σε μία κλειστή αίθουσα και, με όλη την αγωνία, αναμένουν τον φάκελο που θα αναγράφει το όνομα του επόμενου βασιλιά. Την ώρα αυτή μπλέκονται σε ατέρμονες συζητήσεις, ενώ συνομιλούν ταυτόχρονα και με έναν υπηρέτη που έχει αναλάβει τη διαδικασία της παράδοσης του φακέλου.

Καθώς ο χρόνος γίνεται έμμονη ιδέα, η αγωνία της αναμονής κορυφώνεται. Ο χρόνος, λοιπόν, τους απασχολεί αδιάκοπα και βασανιστικά, ενώ ο φάκελος δεν έρχεται. Ποιος θα είναι τελικά ο νικητής; Μάλιστα, κάθε φορά που το μεγάλο ρολόι χτυπά, επτά φιγούρες βγαίνουν στη σκηνή και δίνουν έμφαση στο γεγονός αυτό με τις κινήσεις τους και την εμφάνισή τους.

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος γράφει και σκηνοθετεί ο ίδιος ένα κείμενο έξυπνο, ευρηματικό και ευχάριστο, γεμάτο λογοπαίγνια και λεπτό χιούμορ. Το κείμενο, με πικρό σαρκασμό, αφήνει υπονοούμενα για την εξουσία και αυτούς που τη διεκδικούν. Το έργο μάς φέρνει στον νου, στον τρόπο γραφής του λίγο τον Μπέκετ και το «Περιμένοντας τον Γκοντό», όμως είναι σίγουρα πιο ευχάριστο, πολύ πιο σύντομο και ποτισμένο με ένα συνεχές, αδιόρατο χιούμορ που δεν αφήνει αδιάφορους τους θεατές. Και πριν αρχίσει ο λόγος να κουράζει ή να επαναλαμβάνεται έρχεται ένα απρόσμενο και ευρηματικό τέλος. Το τέλος αυτό εντελώς εκτονωτικό δικαιώνει τους μέχρι τότε προβληματισμούς του συγγραφέα και, μετά τα συναισθήματα που έχουν δημιουργηθεί στο κοινό, λειτουργεί ως κάθαρση για όλους.

Το σκηνικό είναι πραγματικά εντυπωσιακό και χρωματικά ταιριαστό με τα ρούχα των πρωταγωνιστών: ένας μακρύς τοίχος και δίπλα ένας μεγάλος καθρέφτης σε γωνία, που αναμφίβολα είναι συμβολικός και παραπέμπει στην αυταρέσκεια των διεκδικητών της εξουσίας. Από την οροφή κρέμεται  ένας τεράστιος όγκος, σαν βράχος, που πιθανότατα συμβολίζει τον χρόνο, που στέκεται σκληρός και απειλητικός απέναντι στους δελφίνους. Τα παραπάνω σχεδίασε με μεγάλη επιτυχία ο Βασίλης Παπατσαρουχάς. Αξιόλογοι και οι φωτισμοί της Σοφίας Αλεξιάδου αναδεικνύουν υπέροχα το σκηνικό αλλά και τη δράση.

Οι βετεράνοι Έφη Σταμούλη και Δημήτρης Ναζίρης, με την εμπειρία τους, αναδεικνύουν το κείμενο και μας κρατούν σε συνεχή εγρήγορση και προσμονή. Τα γέλια που προκαλούν στο κοινό οι ερμηνείες τους, σε συνδυασμό με το κείμενο, δεν είναι λίγα. Ιδιαίτερη μνεία στον Δημήτρη Ναζίρη, που ξεχωρίζει για το σκηνικό εκτόπισμά του και την υπέροχη, ευγενική φωνή του. Μαζί του, η Έφη Σταμούλη, πολύπειρη, στιβαρή και πάντα συνεπής. Τους δύο ηθοποιούς συνοδεύει, στον ρόλο του υπηρέτη, ο Στέλιος Χρυσαφίδης, με ένα πολύ πετυχημένο αμήχανο ύφος.

Οι «Δελφίνοι, Καζιμίρ και Φιλιντόρ» είναι  μία ξεχωριστή, απολαυστική,  άρτια παράσταση από το Κ.Θ.Β.Ε, με πολλά μηνύματα και κυρίως διαχρονική, που αξίζει να δείτε.