Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Βαθιά ανθρώπινο και συγκινητικό «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ»

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Ένας συντηρητικός τραπεζικός υπάλληλος, ο Άλφα, κερδίζει ξαφνικά 10 εκατομμύρια ευρώ στο λαχείο. Τα κερδίζει ή μήπως όλα συμβαίνουν στο όνειρό του; Τα κερδίζει ή τα αποκτά με το έτσι θέλω; Μήπως ήρθε επιτέλους η ώρα να κάνει τη ζωή που ονειρεύεται; Η ώρα να κάνει τον γύρο του κόσμου; Δεν το δικαιούται, άλλωστε, μετά από τόσα χρόνια σκληρής δουλειάς; Στο περιβάλλον του Άλφα βρίσκονται ακόμη ο φίλος του ο Βήτα, η γυναίκα του και η κόρη του.

Καθώς το μυαλό του ήρωά μας πάσχει από τη νόσο Lewy, μια μορφή άνοιας, διαβάζοντας για το έργο «Το μισό του μηδέν» συνάντησα πολλά και βαρύγδουπα σχόλια για τα σκοτάδια του πρωταγωνιστή και τη σύγχυση που του προκαλούν όλα αυτά. Έτσι, ετοιμαζόμουν να δω ένα έργο δύσκολο και δυσνόητο, στενάχωρο και κουραστικό.

Μα όχι! Η ιστορία του Άλφα ξετυλίγεται τόσο απλά και φυσικά, τόσο ανθρώπινα, διανθισμένη με ευχάριστα στοιχεία και πολύ χιούμορ, κι ας έχει τη θλίψη της. Αποδίδεται τόσο ρεαλιστικά, ακόμη και στη σκοτεινότητά της. Κι αυτό, βέβαια, αποτελεί ένα από τα προσόντα του συγγραφέα της, του πολύπειρου Μηνά Βιντιάδη.

Πρόκειται για ένα έργο εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς γύρω μας καθημερινά πολλοί γνωστοί μας, συγγενείς και φίλοι, προσβάλλονται από κάποια μορφή άνοιας. Παράλληλα, όμως, πέρα από μια ιστορία που αφορά την ψυχολογία του ήρωα, είναι και η  ιστορία ενός απλού ανθρώπου που βρίσκεται δίπλα μας, αλλά και μιας χαρακτηριστικής οικογένειας, με τα προβλήματά της, τις συγκρούσεις, τους απολογισμούς και τις απογοητεύσεις της, τα μυστικά και τα ψέματά της.

Όπως καταλάβατε ήδη, πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο έργο από το οποίο ο θεατής μπορεί να προσλάβει πολλά και διάφορα. Οι διάλογοι είναι ζωντανοί και σύντομοι, ενώ οι πολλές ανατροπές κρατούν τους θεατές σε εγρήγορση καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Η παράσταση είναι στημένη πάνω σε ένα ευφάνταστο σκηνικό. Έναν μεγάλο, λευκό λαβύρινθο, μέσα στον οποίο οι ήρωες κινούνται ασταμάτητα, στους διαδρόμους και στα μικρά του διαμερίσματα. Ο λαβύρινθος αυτός, όπως αναφέρει η σκηνογράφος του έργου, Άννα Μαρία Αγγελίδου, συμβολίζει τις έλικες του εγκεφάλου, είναι το ίδιο το μυαλό του ήρωά μας.

Ο σκηνοθέτης, Γιώργος Κιουρτσίδης, βάζει τον πρωταγωνιστή να κινείται τον περισσότερο χρόνο στο βάθος της σκηνής, σαν να παρατηρεί τους υπόλοιπους ήρωες, οι οποίοι κινούνται μέσα στον λαβύρινθο. Γιατί αυτή είναι, ουσιαστικά, η εικόνα που έχει ο ήρωάς μας, ο πάσχων. Η δράση είναι ακριβώς ό,τι αντιλαμβάνεται το ευάλωτο μυαλό του, όσα ο ίδιος βιώνει και πλάθει μέσα από τη σύγχυση της ασθένειας, κάτι ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό.

Ο Άλφα είναι ντυμένος στα μαύρα, καθώς σκοτεινό είναι και το μυαλό του, ενώ οι υπόλοιποι ήρωες, ο φίλος του, η σύζυγος και η κόρη του, είναι ντυμένοι στα λευκά. Λευκά είναι επίσης ο λαβύρινθος και τα έπιπλα, με το συνολικό σκηνικό να παραπέμπει αναπόφευκτα σε έναν χώρο ασθένειας και νοσοκομείου.

Μέσα σε αυτό το πρωτότυπο και ιδιαίτερο σκηνικό, ο σκηνοθέτης κινεί τους ήρωες αδιάκοπα, αλλά αργά, με τυπικές, στιλιζαρισμένες κινήσεις, σαν πιόνια πάνω σε μια σκακιέρα. Κι αυτό παραπέμπει σίγουρα στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο Άλφα αντιλαμβάνεται όσα συμβαίνουν γύρω του, υπό την επήρεια της ασθένειας που σταδιακά τον καταβάλλει.

Το έργο διανθίζεται από πρωτότυπη, ιδιαίτερη ηλεκτρονική μουσική, με παύσεις, επανεκκινήσεις και εσωτερικές κραυγές που κάνουν τους θεατές να κρατούν την ανάσα τους, περιμένοντας τη συνέχεια. Την τόσο πετυχημένη αυτή μουσική έγραψε ο  Γιώργος Μάρκος.

Στην όλη απόδοση του έργου συμβάλλουν ακόμη οι εξαιρετικοί φωτισμοί και τα ήπια χρώματα, αλλά κυρίως τα σκοτάδια και τα μισοσκόταδα, που παραπέμπουν για άλλη μια φορά στα σκοτάδια του μυαλού του ήρωά μας. Τους φωτισμούς επιμελήθηκε ο Γιάννης Τούμπας. Στην όλη ατμόσφαιρα συντελούν τέλος οι προβολές του video wall της Άντας Λιάκου.

Στις ερμηνείες τώρα, ο φίλος και η κόρη του ήρωα κινούνται και ερμηνεύουν με έναν εντελώς τυπικό τρόπο, όπως τυπικές είναι και οι κινήσεις τους μέσα στον λαβύρινθο. Και αυτό, σίγουρα, αποτελεί σκηνοθετική επιλογή. Η κόρη είναι η Ρέα Καραδέδου Ισουά, ένα ταλαντούχο πλάσμα με μια ιδιαίτερη λάμψη στα μάτια, που μόλις ξεπήδησε από τη δραματική σχολή του Κρατικού Θεάτρου, ενώ τον φίλο υποδύεται ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, που ομολογουμένως ήταν κάπως άχρωμος και άοσμος σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους.

Φαίνεται πως ο σκηνοθέτης ζήτησε από τη σύζυγο μια περισσότερο εκφραστική ερμηνεία. Και εκεί η Ελευθερία Τέτουλα πετυχαίνει έναν άθλο. Να είναι σχεδόν ανέκφραστη και  παγωμένη και ταυτόχρονα τόσο έντονα εκφραστική! Σίγουρα πρόκειται για κάτι πολύ δύσκολο, το οποίο καταφέρνει να διαχειριστεί με μεγάλη ωριμότητα, επιστρατεύοντας όλες τις υποκριτικές της ικανότητες.

Άφησα τελευταίο τον πρωταγωνιστή, Θοδωρή Πολυζώνη, στον ρόλο του Άλφα, ο οποίος καταφέρνει να συγκλονίσει τους θεατές με μια δυνατή ερμηνεία. Από την πρώτη στιγμή τον βλέπουμε να παρατηρεί κάπως ανέκφραστος το κενό και να ρεμβάζει κοιτάζοντας το ταβάνι, προϊδεάζοντάς μας ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι κάτι χάνει από όλα όσα συμβαίνουν γύρω του. Και, καθώς περνά η ώρα, η ερμηνεία του κορυφώνεται, αποτυπώνοντας ένα πρόσωπο εντελώς χαμένο, σημαδεμένο από τη σκληρότητα της νόσου.

Όσο για τον πρωτότυπο τίτλο του έργου, στον οποίο δεν αναφέρθηκα, δεν έχετε παρά να δείτε την παράσταση για να ανακαλύψετε τη σημασία του.

Συνολικά, πρόκειται για ένα έξυπνο έργο, γεμάτο προβληματισμούς, ανατροπές και συγκίνηση, σύντομο και περιεκτικό, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μας από την αρχή μέχρι το τέλος. Ο σκηνοθέτης αγκάλιασε το έργο με πολλή αγάπη και αφοσίωση, αποδίδοντάς το με ένα ιδιαίτερο, υπόκωφο συναίσθημα, ενώ οι ηθοποιοί το απογείωσαν με τις ερμηνείες τους. Αξίζει να το δείτε!

 

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Συγκλονιστικός ο «ΦΟΝΙΑΣ»

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Μία συγκλονιστική παράσταση, σκληρή και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινη, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε  στο θέατρο Αριστοτέλειον. Πρόκειται για τον «ΦΟΝΙΑ», με πρωταγωνιστή τον τεράστιο ηθοποιό Μιχάλη Σαράντη και μία πλειάδα ακόμη αξιόλογων ηθοποιών, που έδωσαν μοναδικές ερμηνείες.

Παρακολουθούμε τη ζωή μιας οικογένειας σε ένα χωριό της Ηλείας, περίπου κάπου στα 1960. Ο σύζυγος, Γιάννος, η σύζυγος, Δήμητρα, μία κόρη και ένας μικρός γιος. Ο άντρας, σκληρός και άξεστος αγρότης, κακομεταχειρίζεται τη γυναίκα, που την έχει σαν αντικείμενο μόνο για τη σεξουαλική του ικανοποίηση, χωρίς κανένα συναίσθημα και καμιά ανθρωπιά. Η γυναίκα βασανίζεται και δυσκολεύεται να υποφέρει και να αποδέχεται το άδικο. Δυστυχισμένη και μονίμως κακοποιημένη, προβληματίζεται για τη δύσκολη ζωή της.

Τότε εμφανίζεται ο κλαρινίστας Χρήστος, φίλος του Γιάννου, που μαθαίνει στον Γιάννο κιθάρα και τον παίρνει μαζί του στα πανηγύρια για να βγάλει κι αυτός ένα παραπάνω μεροκάματο. Ο Χρήστος είναι διαφορετικός. Αντιλαμβάνεται τη μαύρη ζωή της Δήμητρας και πολλές φορές, καθώς είναι στενός φίλος, τη γλιτώνει από τα χέρια και την κακοποίηση του συζύγου της.

Η γυναίκα θεωρείται από το χωριό κάπως αλλαφροΐσκιωτη. Δεν κάνει πολλές παρέες με άλλες γυναίκες και κουτσομπολιά, μα προτιμά να κάθεται κάτω από μια φλαμουριά, στη γαλήνη, και να ρεμβάζει τη φύση. Η παράξενη συμπεριφορά της πολλές φορές προκαλεί τα σχόλια και τα γέλια των ανδρών, μα και όλης της υπόλοιπης κοινότητας.

Ένα αίσθημα αναπτύσσεται ανάμεσα στη Δήμητρα και τον Χρήστο, η οποία για πρώτη φορά συναντά ανθρωπιά, ζεστασιά, τρυφερότητα και συναίσθημα. Όταν ανακαλύψει κάποια στιγμή την παράνομη σχέση, ο Γιάννος θα γίνει έξαλλος και αλλόφρων  θα κατακρεουργήσει την δύσμοιρη σύζυγό του.

Τι θα πουν τότε τα δικαστήρια; Τι θα καταθέσει η κοινωνία του χωριού; Ποια θα είναι, εντέλει, η ετυμηγορία των ενόρκων και των δικαστών;

Ο πολύπειρος Βασίλης Κατσικονούρης μάς παραδίδει μια βαθιά και διεισδυτική σπουδή πάνω στην τραχιά ελληνική πατριαρχία. Το έργο πραγματεύεται τη βία, την ανοχή μα και τη σιωπή με αριστοτεχνικό τρόπο, χωρίς να φτάνει σε εύκολες καταδίκες, αλλά φωτίζοντας με μαεστρία όλες τις πτυχές του τραγικού αυτού δράματος. Στο τέλος, θύτες και θύματα αποδεικνύονται, εντέλει, όλοι θύματα.

Σε όλη τη διάρκεια απολαμβάνουμε την υπέροχη ντοπιολαλιά που αποδίδει ο συγγραφέας στους διαλόγους και εντρυφούμε στις ανθρώπινες σχέσεις μέσα από έναν δεξιοτεχνικό νατουραλισμό.

Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης λαμβάνει ένα ηθογραφικό δράμα και το χειρίζεται με μαεστρία και ενσυναίσθηση. Τα σκοτάδια της σκηνής αντιπαραβάλλονται με τα σκοτάδια των ψυχών. Σε κάθε σκηνή αγωνιούμε για την επόμενη και η παράσταση χαρακτηρίζεται από έντονη αγωνία και ατμοσφαιρικότητα.

Συγκλονιστικές οι ερμηνείες, όλες μία και μία, καταθέτουν με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο το απόλυτο δράμα και αναδεικνύουν με ωμότητα τις τραγικές ζωές των ηρώων.

Πρωταγωνιστής ο τεράστιος ηθοποιός Μιχάλης Σαράντης, απόλυτα μεταμορφωμένος στον αγροίκο χωριάτη. Με καμπουριασμένο το σώμα του, το μουστάκι και την ιδιαίτερη χωριανή προφορά, αποδίδει με όλο του το είναι τον χαρακτήρα του Γιάννου.

Δίπλα του, στον ρόλο της Δήμητρας, η Άννα Καλαϊτζίδου στέκεται περήφανη μα και πληγωμένη. Ένας αγέρωχος χαρακτήρας, που όμως λαβώνεται καθημερινά από τη σκληρή χωριάτικη ζωή και την κακομεταχείριση του συζύγου.

Στον ρόλο του Χρήστου, ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης αποδίδει απόλυτα πειστικά τον κλαρινίστα της εποχής, έναν κλασικό επαρχιώτη, που όμως φαίνεται πως η μουσική τον έχει κάπως εξευγενίσει.

Όλα τα παραπάνω λαμβάνουν χώρα σε ένα εντυπωσιακό σκηνικό της Νατάσας Παπαστεργίου, πραγματικό έργο τέχνης. Ένα περίτεχνο, μάλλον αιωνόβιο δέντρο, με πλεγμένο κορμό σαν ελιά, που ταυτόχρονα απεικονίζει, σε ένταση και έκταση, το σώμα και το κεφάλι μιας ταλαιπωρημένης και πολυπονεμένης γυναίκας που κραυγάζει. Πόσες άραγε κακοποιήσεις να έχει αντικρύσει το δέντρο αυτό στην μακρά ζωή του; Τα φώτα, τα χρώματα και τα σκοτάδια έρχονται να ολοκληρώσουν την υποβλητικότητα του σκηνικού. Τα φώτα επιμελήθηκε η Μελίνα Μάσχα.

Στην τελική διαμόρφωση του όλου κλίματος συντελεί τέλος και η πρωτότυπη μουσική του Φώτη Σιώτα.

Και τα ερωτήματα παραμένουν. Έχουμε ξεφύγει τάχα από την βαθιά και τραγική πατριαρχία; Μήπως έχουμε πολύ δρόμο ακόμη αν αναλογιστούμε τις όλο και πιο συχνές γυναικοκτονίες του σήμερα;

Ο «ΦΟΝΙΑΣ» είναι  μία συνταρακτική, τολμηρή, ατμοσφαιρική παράσταση, άριστα αποδομένη από τους ηθοποιούς και τον σκηνοθέτη, που αξίζει να δείτε οπωσδήποτε.

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

«ΓΙΑΤΙ ΒΡΑΖΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΕΝΤΑ;», μια ατμοσφαιρική, δυνατή παράσταση.

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

«Γιατί βράζει το παιδί στην πολέντα;» είναι το αγαπημένο παραμύθι της ηρωίδας· ένα παραμύθι τρομακτικό και λυπητερό, που όμως τη συναρπάζει και την κάνει συνεχώς να θέλει να το ακούει, να αναρωτιέται και να δίνει τις δικές της απαντήσεις για το γιατί και το πώς βράζει το παιδί στην πολέντα.

Και μάλλον αυτό δεν είναι τυχαίο, γιατί και η ίδια η ηρωίδα δεν είναι παρά ένα παιδί που βράζει μέσα στη δική του πολέντα. Μέλος ενός περιοδεύοντος τσίρκου, με μητέρα και πατέρα ακροβάτες, η μικρή βιώνει τον μόνιμο ξεριζωμό και τη διαρκή περιπλάνηση που επιβάλλει το επάγγελμα των γονιών της. Πρόκειται για μια εναλλακτική οικογένεια, μακριά από τα καθιερωμένα. Η μικρή δεν ξέρει ούτε καν να διαβάζει. Ζώντας αυτή την παράξενη οικογενειακή κατάσταση, κάποια στιγμή παραδίδεται μαζί με την αδερφή της σε μια κοινωνική λειτουργό και από εκεί οδηγείται στο ορφανοτροφείο. Και τότε αρχίζουν νέες περιπέτειες, δυσκολίες και σκληρά παιχνίδια που σημαδεύουν για άλλη μία φορά τον ψυχισμό της. Το βαριετέ στο οποίο θα δουλέψει στη συνέχεια αποδεικνύεται ακόμη πιο σκληρό, καθώς το παιδί αναγκάζεται πρόωρα να γίνει γυναίκα, χάνοντας οριστικά και την τελευταία του αθωότητα. Οι ακατάλληλες συνθήκες διαβίωσης πληγώνουν βαθιά την παιδική ψυχή, που αναγνωρίζει τον εαυτό της στο παιδί που βράζει μέσα στην πολέντα.

Νεαροί απόφοιτοι της σχολής θεάτρου αποφασίζουν να ανεβάσουν αυτό το ιδιαίτερο έργο με δημιουργικότητα και φαντασία. Η σκηνοθετική προσέγγιση της Γεωργίας Διάκου χαρακτηρίζεται από πολλές μουσικές , έθνικ, κλασικές αλλά και σύγχρονες , που συνοδεύουν τη δράση και δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στην παράσταση. Υπεύθυνος για αυτές τις αξιόλογες επιλογές είναι ο Capette. Οι μουσικές, παράλληλα με τους υπέροχους φωτισμούς και τα χρώματα του Δημήτρη Μαραγκού, αλλά και τη νωχελική κίνηση που επιμελήθηκε η Μελίνα Τσαουσίδου, δημιουργούν μια σαγηνευτική ατμόσφαιρα. Στο ίδιο ύφος κινούνται και τα κοστούμια. Η εμφάνιση των ηρώων παραπέμπει αληθινά σε ακροβάτες περιοδεύοντος θιάσου, με αποτέλεσμα οι χαρακτήρες να στήνονται ιδανικά σαν ξεχωριστές περσόνες. Με όλα αυτά τα στοιχεία και με τις ιδιαίτερες παρουσίες των τριών ηθοποιών επί σκηνής, η σκηνοθέτρια δημιουργεί μοναδικές εικόνες, σχεδόν σαν ζωντανά κάδρα. Το αποτέλεσμα είναι μια αξιοπρόσεκτη και ατμοσφαιρική σκηνοθεσία.

Η σκηνογραφία της Αλεξάνδρας Δρόσου επιλέγει ελάχιστα αλλά ουσιαστικά σκηνικά στοιχεία: ένα μεγάλο κουτί με αντικείμενα, ένα λούτρινο αλογάκι, έναν σάκο με πάγο που στάζει συνεχώς, πριονίδια που κατακλύζουν τη σκηνή και, βέβαια, μια κατσαρόλα που βράζει ασταμάτητα.


Στον πρωταγωνιστικό ρόλο, η Φιόνα Κατοίκου, με ένα καθαρό πρόσωπο φωτεινό σαν φεγγάρι, αναλαμβάνει το μεγάλο βάρος να ερμηνεύσει το κορίτσι που ματώνει μέσα σε μια αλλόκοτη παιδική ηλικία. Το πρόσωπο αυτό μεταλλάσσεται στη διάρκεια της παράστασης, περνώντας από την παιδικότητα και τον αυθορμητισμό στην τραγικότητα και τον πόνο. Μαζί της, ο Μιχάλης Στεφανίδης μοιάζει πραγματικός τσιγγάνος ακροβάτης στον ρόλο του πατέρα, ενώ η Ελίνα Αντωνίου, ως μητέρα ακροβάτισσα, ξεχωρίζει με τα μακριά μαλλιά της, που αποτελούν το «εργαλείο» της, από το οποίο κρεμιέται για να βγάζει τα προς το ζην.

Το «Γιατί βράζει το παιδί στην πολέντα;» είναι μια δυνατή ιστορία χαμένης παιδικότητας και πικρής ενηλικίωσης. Ένα έργο που ξεκινά ανέμελα και χαλαρά, αλλά σιγά σιγά ξεδιπλώνει την τραγικότητά του μέσα από ωραίες ερμηνείες, μουσικές και ατμοσφαιρικές εικόνες. Ένα έργο δουλεμένο με μεράκι και δοσμένο με παραστατικότητα, που αξίζει να δείτε.

 

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

«ΔΥΟ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΧΟΡΕΥΟΥΝ», μια τρυφερή, συγκινητική παράσταση

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Δέκα και πλέον χρόνια μετά τη «Βασίλισσα της Ομορφιάς», η Έφη Σταμούλη ανεβαίνει και πάλι στη σκηνή για να ερμηνεύσει μία γηραιά κυρία. Αυτή τη φορά υποδύεται μια ιδιόρρυθμη, ανεξάρτητη, λαλίστατη, συμπαθητική και αρκετά διασκεδαστική γιαγιά. Μαζί της και πάλι η Σοφία Βούλγαρη, αυτή τη φορά όχι ως κόρη, αλλά ως η «γυναίκα» που έχει αναλάβει να τη φροντίζει δύο φορές την εβδομάδα.

Και είναι ξανά μια μεγάλη συνάντηση. Οι δύο γυναίκες, εντελώς άγνωστες στην αρχή, η καθεμία κλεισμένη στον δικό της κόσμο και στα προσωπικά της προβλήματα, έρχονται σιγά-σιγά και απροσδόκητα κοντά, κυρίως χάρη στις παραινέσεις και την προτροπή της γηραιάς κυρίας. Η «γυναίκα», υπερβολικά κλειστή, θλιμμένη αλλά ταυτόχρονα πεισματάρα, θα ανοίξει σιγά-σιγά την καρδιά της και θα εξομολογηθεί όσα την απασχολούν. Και τότε το σκηνικό αλλάζει εντελώς.

Το έργο μιλά για τη μοναξιά της εποχής μας μα και όλων των καιρών και για τη μοναχικότητα, που μπορεί να αποτελεί επιλογή χωρίς απαραίτητα να αποκλείει την ευτυχία.

Η Γλυκερία Καλαϊτζή επέλεξε μια λιτή σκηνοθεσία που εστιάζει στις ερμηνείες των ηθοποιών. Με απλές κινήσεις και χωρίς πομπώδη σκηνοθετικά ευρήματα, καταφέρνει παρ’ όλα αυτά να περάσει μια αίσθηση ζεστασιάς στον σκηνικό χώρο, γεννώντας έντονο συναίσθημα στους θεατές. Όταν μάλιστα η γυναίκα σιδερώνει με ένα πραγματικό σίδερο που ατμίζει στην πρίζα, καθώς εξομολογείται τα βιώματά της, η ζεστασιά αυτή εκπέμπεται και ζωντανά.

Στη δημιουργία αυτής της οικειότητας συμβάλλει και ο σκηνικός χώρος, ο οποίος περιορίζεται στο κεντρικό κομμάτι της σκηνής, επιτρέποντας την κίνηση μέσα σε ένα ιδιαίτερα στενό περιβάλλον. Οι χρωματικές επιλογές των σκηνικών και των κοστουμιών, ιδιαίτερα στην έναρξη, όπου κυριαρχούν τα κόκκινα στοιχεία, ενισχύουν ακόμη περισσότερο το αίσθημα θέρμης και ζεστασιάς. Κόκκινα είναι τα βιβλία, το λαμπατέρ, το σκαμπό, η φούστα της γυναίκας, το γιλέκο της γηραιάς κυρίας, ακόμη και η σκούπα με το φαράσι. Το cozy, ευφάνταστο και συμπυκνωμένο σκηνικό που έρχεται να υπηρετήσει ιδανικά τη μικρή αυτή ανθρώπινη ιστορία αλλά και τα κοστούμια έφτιαξε η Μαρία Καραδελόγλου.

Στις ερμηνείες τώρα,  σε έναν χαρακτηριστικό και δυνατό ρόλο  η Έφη Σταμούλη ερμηνεύει με ευκολία την ιδιαίτερη γηραιά κυρία που της ανατίθεται. Είναι ζεστή, επίμονη, συμπαθητική, εκφραστική και μας θυμίζει τις σπουδαίες εμφανίσεις της στην Πειραματική Σκηνή της Τέχνης. Μπορεί και ξέρει να γίνεται αστεία χωρίς ποτέ να χάνει το βάθος της και αποδεικνύει για ακόμη μία φορά πόσο μεγάλη ηθοποιός είναι.

Η Σοφία Βούλγαρη είναι πραγματικά καταπληκτική. Σοβαρή, τυπική, φυσική,  με ένα πρόσωπο απίστευτα εκφραστικό. Αν σταθεί κανείς και την παρατηρήσει, θα δει πως αλλάζει δεκάδες εκφράσεις μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στη μακροχρόνια συνεργασία τους ή απλώς στο ταλέντο, όμως οι δύο γυναίκες αναπτύσσουν μεταξύ τους μια εξαιρετική χημεία, η οποία συμβάλλει καθοριστικά στην επιτυχία της παράστασης.

Το έργο διανθίζεται από μελωδικά μουσικά ξενόγλωσσα κομμάτια σε μικρά μουσικά διαλείμματα, τα οποία, μαζί με τους φωτισμούς του Σωτήρη Ρουμελιώτη, ζεσταίνουν ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα. Γενικά, η παράσταση εκπέμπει μια γλύκα και ένα συναίσθημα οικειότητας και θαλπωρής. Όσο για το τέλος, ομολογώ πως με ξάφνιασε, είναι κάπως ασύμφωνο με  τα προηγούμενα και δεν το περίμενα, αν και είναι στα αλήθεια πολύ  θεατρικό.

Το έργο «ΔΥΟ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΧΟΡΕΥΟΥΝ», του καταλανού συγγραφέα Josep Maria Benet i Jornet  είναι ένα τρυφερό έργο προσέγγισης ανάμεσα σε δύο γυναίκες. Βγαλμένο μέσα από τη ζωή, γεμάτο αλήθειες αλλά και λεπτό χιούμορ για να απαλύνει  τις πιο βαριές στιγμές, μιλά για την ανθρώπινη απομόνωση και τα βάρη που κουβαλά ο καθένας που πολλές φορές μπορεί να γίνονται ασήκωτα.  Αξίζει να το δείτε.

Αρχή φόρμας

Τέλος φόρμας

 

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Έξυπνο μα και ουσιαστικό το «GROUP THERAPY»

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Μία έξυπνη, διασκεδαστική αλλά και ουσιαστική κωμωδία είναι το Group Therapy της Πένυς Φυλακτάκη, που ανεβαίνει από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στο Φουαγιέ της ΕΜΣ, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Πλασκοβίτη.

Δύο άντρες, τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους, συναντιούνται στην αίθουσα αναμονής μιας ψυχολόγου. Ο ένας, ο Κλεομένης, είναι μεγαλοστέλεχος πολυεθνικής, τελειομανής, αγχώδης, ανασφαλής και κλειστοφοβικός. Ο άλλος, ο Τσάκι, είναι γνωστός TikToker, με πολλά views και μεγάλη διαδρομή στις πλατφόρμες του διαδικτύου. Ο καθένας κουβαλά τα δικά του θέματα και προβλήματα. Μαζί τους στην αίθουσα αναμονής βρίσκεται και η Τζίνα, η γραμματέας της ψυχολόγου, με την οποία ο Τσάκι είναι κρυφά ερωτευμένος. Αυτοί οι τρεις, εντελώς άσχετοι μεταξύ τους άνθρωποι, θα γνωριστούν, θα έρθουν κοντά, θα αλληλεπιδράσουν και τελικά οι ζωές τους θα αλλάξουν ριζικά μέσα από αυτή τη σχέση.

Η Πένυ Φυλακτάκη γράφει με έναν ρέοντα και ευχάριστο λόγο, γεμάτο χιούμορ και ατάκες, χωρίς όμως να λείπουν τα σχόλια και οι προβληματισμοί. Από αυτό το μαγικό «μαγείρεμα» προκύπτουν αποτελέσματα που κανείς δεν περιμένει και τα οποία λειτουργούν λυτρωτικά για τους ήρωες.

Πάνω σε αυτόν τον όμορφο λόγο έρχεται να «κουμπώσει» μία σκανδαλιάρικη, ευρηματική και ξεκαρδιστική σκηνοθεσία από τον έμπειρο Λευτέρη Πλασκοβίτη. Μία σκηνοθεσία που δεν αφορά μόνο τη θέση και την κίνηση των ηθοποιών που είναι εξαιρετικές, αλλά και την ίδια την ερμηνευτική τους καθοδήγηση.

Και εδώ θα σταθούμε ιδιαίτερα. Ο Θανάσης Δισλής, στον πρωταγωνιστικό ρόλο του φοβικού στελέχους, δίνει πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας, θυμίζοντάς μας τους σπουδαίους κωμικούς ηθοποιούς του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Εισέρχεται απόλυτα στον ρόλο του ψυχικά ευάλωτου άντρα, μετουσιώνεται σκηνικά και τον ερμηνεύει αποθεωτικά. Η απόδοσή του είναι πραγματικά χάρμα οφθαλμών.

Δίπλα του, ο Δημήτρης Καραγιάννης, στον ρόλο του TikToker, αποτελεί πραγματική αποκάλυψη. Ένα μεγάλο ταλέντο, που δίνει όλη του την ψυχή σε μία καταιγιστική ερμηνεία, γεμάτη ένταση και κίνηση. Ιδανική η επιλογή των ηθοποιών από τον σκηνοθέτη. Τέλος, η Λίλη Αδρασκέλα στέκεται ευγενική, γοητευτική, σχεδόν σαγηνευτική, και υποστηρίζει επάξια τον ρόλο της. Μαζί τους, σε έναν σύντομο  ρόλο, εμφανίζεται και ο Γιάννης Τσιακμάκης ως Τάκης.

Στα του σκηνοθέτη και πάλι, ευρηματικότατο και υπέροχα ερμηνευμένο είναι το ξέφρενο κυνηγητό ανάμεσα στους ήρωες σε μία κρίσιμη στιγμή του έργου, ενώ εξαιρετική είναι και η σκηνή του εγκλεισμού του πρωταγωνιστή στην τουαλέτα, όπου διακρίνεται μόνο η σκιά του, προκαλώντας άφθονο γέλιο στους θεατές αλλά και μία αίσθηση αποφόρτισης και ψυχικής ανάτασης.

Κομψά τα κοστούμια και λειτουργικό το σκηνικό της Δανάης Πανά, που επιτρέπει την απρόσκοπτη κίνηση των ηθοποιών, ενώ ιδιαίτερα βοηθητικοί αποδεικνύονται και οι φωτισμοί του Στέλιου Τζολόπουλου.

Στις δύσκολες μέρες που ζούμε, οι κωμωδίες χρειάζονται περισσότερο από ποτέ, πόσο μάλλον όταν έχουν κάτι σημαντικό να μας πουν. Και το «GROUP THERAPY», όπως θα διαπιστώσετε κι εσείς, δεν είναι μία απλή κωμωδία. Είναι ένα βαθύ ψυχογράφημα χαρακτήρων που συναντάμε συχνά γύρω μας  αλλά και μέσα μας. Μέσα από τους δύο ήρωες, τον νεαρό influencer και τον μεσήλικα μεγαλοϋπάλληλο, αγγίζει και προσεγγίζει όλες τις ηλικίες. Και δεν μένει μόνο στις ατάκες και τα λόγια, καθώς στο τέλος η αλληλεπίδραση των χαρακτήρων έχει εμφανή και ουσιαστικά αποτελέσματα.

Σε αυτόν τον σημερινό κόσμο, γεμάτο προβλήματα και άγχη που φέρνει η καθημερινότητα αλλά και οι διεθνείς συνθήκες, η καλύτερη therapy είναι τελικά η Group Therapy, η θεραπεία της αλληλεπίδρασης. Αν θέλετε να περάσετε μιάμιση ευχάριστη αλλά και χρήσιμη, σχεδόν λυτρωτική ώρα, να διασκεδάσετε, να ψυχογραφηθείτε και να εκτονωθείτε ταυτόχρονα, τότε κλείστε το εισιτήριό σας για το Φουαγιέ του Κρατικού Θεάτρου.

 

 

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Ένας ιδιαίτερος κωμικοτραγικός «ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟΣ»


Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου


Και να που το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος αποφασίζει να ανεβάσει τον εμβληματικό «Βυσσινόκηπο» του Αντόν Τσέχωφ. Ο Τσέχωφ, χρησιμοποιώντας αυτόν τον τίτλο, δεν επεδίωκε να μας μιλήσει απλώς για έναν κήπο με βυσσινιές, αλλά για έναν «βυσσινί» κήπο, τονίζοντας το βαθύ κόκκινο χρώμα του και την αίσθηση χαράς και ευημερίας που αυτό αντανακλά, στοιχεία που θα χαθούν, δυστυχώς, μαζί με την απώλειά του.

Η σύγχρονη μετάφραση, με προσπάθεια να διατηρηθεί πλήρως το πνεύμα του Τσέχωφ, έγινε από τον Δαυίδ Μαλτέζε, ενώ η δραματουργική επεξεργασία και η σκηνοθεσία ανήκουν στην Αθανασία Καραγιαννοπούλου. Η σκηνοθέτις, μάλιστα, αποτίει έναν φόρο τιμής στον Κωνσταντίν Στανισλάφσκι, που πρωτοσκηνοθέτησε το έργο στη Μόσχα το 1904, επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει τα τραγούδια της πρώτης παράστασης. Επιπλέον, στην τρίτη και τέταρτη πράξη ενσωματώνει στο σκηνικό πορτρέτα των ηθοποιών που συμμετείχαν σε εκείνη την ιστορική παράσταση.

Ο «Βυσσινόκηπος» αφηγείται την επιστροφή μιας αριστοκρατικής οικογένειας στο πατρικό της κτήμα, το οποίο, βυθισμένο στα χρέη, οδηγείται αναπόφευκτα σε πλειστηριασμό. Η τελική του κατάληξη στα χέρια του Λοπάχιν, ενός πρώην δουλοπάροικου, σφραγίζει μια βαθιά κοινωνική και συμβολική ανατροπή. Το έργο αποτυπώνει με λεπτή ειρωνεία και μελαγχολία το τέλος ενός παλιού κόσμου, εκείνου της αριστοκρατίας που ζει προσκολλημένη στο παρελθόν και αδυνατεί να εξελιχθεί, ενώ παράλληλα αναδεικνύει την άνοδο μιας νέας τάξης.

Ο Αντόν Τσέχωφ χαρακτήριζε τον «Βυσσινόκηπο» ως κωμωδία, γιατί δεν τον ενδιέφερε να αναδείξει το δράμα, αλλά την ανθρώπινη αδυναμία μπροστά στην αλλαγή. Οι ήρωες, ενώ χάνουν τον κόσμο τους, παραμένουν αδρανείς, προσκολλημένοι σε αυταπάτες και στο παρελθόν, δημιουργώντας μια λεπτή, ειρωνική κωμικότητα.

Αυτήν ακριβώς τη λεπτή απόχρωση ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό επιχειρεί να αποδώσει η σκηνοθέτις, τόσο με τη δραματουργική επεξεργασία όσο και με μια σειρά σκηνοθετικών ευρημάτων. Στα διαλείμματα ανάμεσα στις πράξεις ακούγονται χαρούμενες μουσικές που συνοδεύουν ευτράπελα περιστατικά και χορούς στο προσκήνιο. Ταυτόχρονα  οι περισσότεροι ήρωες, κατά στιγμές, επιδίδονται σε ανατρεπτικές, έντονα κωμικές ερμηνείες, προκαλώντας άφθονο γέλιο και αποσπώντας την προσοχή από τη βαθιά, ουσιαστικά ζοφερή κατάσταση.

Η σκηνοθετική προσέγγιση δεν εστιάζει τόσο στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, όπου η τραγικότητα είναι εντονότερη, αλλά στους δευτερεύοντες, μέσα από τους οποίους επιδιώκεται η ανάδειξη των κωμικών στοιχείων και της ελαφρότητας. Έτσι, αποδυναμωμένη κατά τη γνώμη μου φαίνεται η παρουσία της χρεοκοπημένης Λιουμπόφ Αντρέγιεβνα, την οποία ερμηνεύει η Γιολάντα Μπαλαούρα, καθώς και του αδελφού της Γκάγιεφ που αποδίδει ο Βασίλης Ευταξόπουλοσ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπηρετούν με συνέπεια τους ρόλους τους. Ανάλογα συνεπής είναι και ο Γιώργος Κολοβός ως Τροφίμωφ.

Ο Αντίνοος Αλμπάνης στον ρόλο του Λοπάχιν είναι στιβαρός και δυναμικός, δίνοντας ένα πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας στο μέσο της τρίτης πράξης, όταν πλέον έχει αγοράσει τον βυσσινόκηπο. Τέλος, η Χρύσα Ζαφειριάδου αποδίδει μια δυναμική Βάρια, γεμάτη εσωτερική ένταση.

Και εδώ η ίδια η σκηνοθετική προσέγγιση με οδηγεί στην ανάγκη να σταθώ περισσότερο στους δευτερεύοντες ρόλους, οι οποίοι, μέσα από εξαιρετικές κωμικές ερμηνείες, εδραιώνουν τα στοιχεία της ιλαροτραγωδίας. Η Τατιάνα Μελίδου ως Ντουνιάσα είναι ένα λαμπερό, αέρινο και υπέροχο κωμικό πλάσμα. Ο Νίκος Καπέλιος στον ρόλο του Πίσικ αναλαμβάνει έναν εξόχως διασκεδαστικό χαρακτήρα και δικαίως κλέβει τις εντυπώσεις. Η Ανθή Κασίνου είναι μια δροσερή και τρυφερή Άνια, ενώ η Άννη Τσολακίδου παραδίδει μια  αξιοπρόσεκτη Σαρλότα. Μαζί τους, οι Χρήστος Μαστρογιαννίδης, Γρηγόρης Φρέσκος και Μανώλης Φουντούλης συνεισφέρουν επίσης στη δημιουργία του εύθυμου κλίματος. Τέλος, ο  βετεράνος Κώστας Σαντάς στον ρόλο του Φιρς, με το ιδιαίτερο μπρίο του, σε έναν ρόλο που πολύ του ταιριάζει μιας και πατά πάνω στη μανιέρα του συνεισφέρει τα μέγιστα προσφέροντας πάμπολλες κωμικές νότες. 

Η ομάδα των ηθοποιών δείχνει στο πρώτο μέρος μια μικρή αμηχανία, σαν να αναζητά τα πατήματά της, όμως στο δεύτερο μέρος απελευθερώνεται εντελώς και αποδίδει με μεγάλη άνεση και ενέργεια.

Ιδιαίτερα εύστοχες και αξιομνημόνευτες είναι ορισμένες σκηνικές εικόνες που θα ήθελα να αναφέρω. Οι σκιές από τα τσεκούρια που προβάλλουν απειλητικά πάνω στον βυσσινόκηπο, ο Λοπάχιν που πετά στο έδαφος και καταστρέφει τα βιβλία μόλις αυτός, ένας αγράμματος αποκτά το κτήμα, καθώς και οι ήρωες που πατούν απαξιωτικά πάνω στους τάφους των προγόνων τους, υποδηλώνοντας πως το παλιό έχει πλέον χαθεί και το νέο επιβάλλεται.

Εντυπωσιακά τα σκηνικά και πανέμορφα τα κοστούμια της Ελένη Μανωλοπούλου. Τα πολλά μανουάλια στο βάθος, που ανάβουν όταν νυχτώνει δημιουργούν μιαν έντονα καλλιτεχνική εικόνα, ενώ τα κρεμάμενα άνθη του βυσσινόκηπου προσδίδουν έναν ρομαντικό τόνο. Οι μουσικές της πρώτης παράστασης του Στανισλάφσκι ντύνουν με εξαιρετικό τρόπο τη δράση.

Η συγκεκριμένη σκηνική ανάγνωση του «Βυσσινόκηπου» δεν διστάζει να απομακρυνθεί από την παράδοση, δίνοντας σαφή έμφαση στην κωμική του διάσταση. Συνολικά, πρόκειται για μια παράσταση που επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο παλιό και το νέο, όπως και το ίδιο το έργο, αναδεικνύοντας τη διαχρονικότητα του Τσέχωφ και υπενθυμίζοντας ότι κάθε τέλος εμπεριέχει μια νέα αρχή.

 

 

 

 

 

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Υπέροχος και ατμοσφαιρικός ο «ΖΟΡΜΠΑΣ» του Κ.Θ.Β.Ε.

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Μια ιδιαίτερα ατμοσφαιρική και καλοδουλεμένη παράσταση παρουσιάζει το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος με τον «ΖΟΡΜΠΑ», σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία του Λευτέρη Γιοβανίδη, βασισμένη στο εμβληματικό έργο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη.

Η ιστορία ξεκινά όταν ένας νεαρός συγγραφέας, με προορισμό την Κρήτη, συναντά στο λιμάνι του Πειραιά έναν ιδιόρρυθμο, αυθόρμητο μεσόκοπο άντρα. Ο άντρας αυτός, ο Αλέξης Ζορμπάς,  ζητά να τον ακολουθήσει ως βοηθός και συνοδοιπόρος στο ταξίδι του. Οι δυο τους καταλήγουν σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Κρήτης, όπου ο συγγραφέας σκοπεύει να επαναλειτουργήσει ένα παλιό μεταλλείο. Εκεί θα γνωρίσουν τη μαντάμ Ορτάνς, μια ξεπεσμένη Γαλλίδα τραγουδίστρια με πλούσιο παρελθόν, αλλά και τους κατοίκους του χωριού, βυθισμένους στη σκληρή και συντηρητική καθημερινότητα της επαρχίας.

Μέσα από τη σχέση τους, ο Ζορμπάς θα μεταδώσει στον νεαρό συγγραφέα βαθιές αλήθειες για τη ζωή. Τη χαρά της ύπαρξης, την αξία της ελευθερίας, την ανάγκη για απόλαυση και αυθεντικότητα. Μια γνωριμία που θα μετατραπεί σε καθοριστική εμπειρία ζωής.

Ο Λευτέρης Γιοβανίδης δημιουργεί μια υποβλητική σκηνική σύνθεση που μεταφέρει τον θεατή στη μακρινή Κρήτη προηγούμενων δεκαετιών. Με εξαιρετική διαχείριση του σκηνικού πλήθους, στήνει εικόνες που θυμίζουν κινηματογραφικά πλάνα. Άλλοτε στο πλοίο, άλλοτε στο καφενείο, άλλοτε στον δρόμο, οι άνθρωποι της εποχής συνθέτουν ένα ζωντανό και πολύχρωμο κοινωνικό τοπίο.

Στον κεντρικό ρόλο, ο Πασχάλης Τσαρούχας δίνει μια πληθωρική, συγκλονιστική, βαθιά πειστική ερμηνεία. Ενσαρκώνει τον Ζορμπά με πάθος και ζωντάνια, αποδίδοντας τον γλεντζέ, ελεύθερο και παθιασμένο άνθρωπο που οραματίστηκε ο Καζαντζάκης. Με το σώμα, το βλέμμα και την κίνηση, σηκώνει επάξια από το πρώτο δευτερόλεπτο το βάρος του ρόλου και καθηλώνει το κοινό.

Δίπλα του, ο Νίκος Τσολερίδης αποδίδει με ευαισθησία τον νεαρό συγγραφέα. Συνεσταλμένος, ευγενικός και εσωστρεφής, δημιουργεί μια έντονη και ενδιαφέρουσα αντίθεση με τον εκρηκτικό Ζορμπά. Παράλληλα, αναδεικνύεται με πειστικότητα το ιδιαίτερο δέσιμο που αναπτύσσεται ανάμεσα στις δύο τόσο διαφορετικές προσωπικότητες.

Εξαιρετική είναι η έμπειρη Μπέττυ Νικολέση στον ρόλο της μαντάμ Ορτάνς, καθώς κινείται με άνεση ανάμεσα στο χιούμορ και τη συγκίνηση, δημιουργώντας μια γοητευτική και ανθρώπινη σκηνική παρουσία.

Ιδιαίτερα δυναμική και γεμάτη συναίσθημα είναι και η πάντa υπέροχη  Κλειώ-Δανάη Οθωναίου στον ρόλο της Χήρας. Δίπλα της ξεχωρίζει  ο αεικίνητος Θάνος Φερετζέλης ως Μιμηθός.

Γύρω τους κινείται μια πλειάδα αξιόλογων ηθοποιών του Κρατικού Θεάτρου σε μικρότερους ρόλους. Όλοι μαζί για άλλη μία φορά, καταφέρνουν να αποτυπώσουν με αξιώσεις αυτό που τους ζητείται, το πολύχρωμο αλλά και σκληρό σύμπαν της κρητικής επαρχίας.

Σημαντικότατη είναι η συμβολή της μουσικής του Χρήστου Παπαδόπουλου, με εκτεταμένα, εμπνευσμένα, μουσικά αποσπάσματα που συνοδεύουν αρμονικά τις σκηνές της παράστασης, μέσα από έντεχνα, λαϊκά και παραδοσιακά μουσικά όργανα. Στην ατμόσφαιρα της παράστασης συμβάλλουν ακόμη καταλυτικά οι εξαιρετικοί φωτισμοί και οι χρωματισμοί του Αλέκου Αναστασίου.

 Όμορφα και αρμονικά είναι και τα κοστούμια εποχής, σε ποικιλία χρωμάτων, που σχεδίασε για την παράσταση η Ευαγγελία Κιρκινέ. Τέλος, ευφάνταστα και λειτουργικά είναι τα σκηνικά του Δημήτρη Πολυχρονιάδη, που ανεβοκατεβαίνουν, μπαινοβγαίνουν ή περιστρέφονται στη σκηνή, φιλοξενώντας τα διάφορα επεισόδια του έργου.

Συνολικά πρόκειται για μια άρτια, ιδιαίτερα επιμελημένη θεατρική δουλειά, που τιμά πραγματικά ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της ελληνικής λογοτεχνίας και μας υπενθυμίζει ότι η φιλοσοφία του Ζορμπά για τη ζωή παραμένει διαχρονικά ζωντανή. Μια παράσταση που αξίζει να παρακολουθήσετε όλοι!