Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου
Ένας
συντηρητικός τραπεζικός υπάλληλος, ο Άλφα, κερδίζει ξαφνικά 10 εκατομμύρια ευρώ
στο λαχείο. Τα κερδίζει ή μήπως όλα συμβαίνουν στο όνειρό του; Τα κερδίζει ή τα
αποκτά με το έτσι θέλω; Μήπως ήρθε επιτέλους η ώρα να κάνει τη ζωή που
ονειρεύεται; Η ώρα να κάνει τον γύρο του κόσμου; Δεν το δικαιούται, άλλωστε,
μετά από τόσα χρόνια σκληρής δουλειάς; Στο περιβάλλον του Άλφα βρίσκονται ακόμη
ο φίλος του ο Βήτα, η γυναίκα του και η κόρη του.
Καθώς το
μυαλό του ήρωά μας πάσχει από τη νόσο Lewy, μια μορφή άνοιας, διαβάζοντας για
το έργο «Το μισό του μηδέν» συνάντησα πολλά και βαρύγδουπα σχόλια για τα
σκοτάδια του πρωταγωνιστή και τη σύγχυση που του προκαλούν όλα αυτά. Έτσι,
ετοιμαζόμουν να δω ένα έργο δύσκολο και δυσνόητο, στενάχωρο και κουραστικό.
Μα όχι! Η
ιστορία του Άλφα ξετυλίγεται τόσο απλά και φυσικά, τόσο ανθρώπινα, διανθισμένη
με ευχάριστα στοιχεία και πολύ χιούμορ, κι ας έχει τη θλίψη της. Αποδίδεται
τόσο ρεαλιστικά, ακόμη και στη σκοτεινότητά της. Κι αυτό, βέβαια, αποτελεί ένα
από τα προσόντα του συγγραφέα της, του πολύπειρου Μηνά Βιντιάδη.
Πρόκειται
για ένα έργο εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς γύρω μας καθημερινά πολλοί γνωστοί μας,
συγγενείς και φίλοι, προσβάλλονται από κάποια μορφή άνοιας. Παράλληλα, όμως,
πέρα από μια ιστορία που αφορά την ψυχολογία του ήρωα, είναι και η ιστορία ενός απλού ανθρώπου που βρίσκεται
δίπλα μας, αλλά και μιας χαρακτηριστικής οικογένειας, με τα προβλήματά της, τις
συγκρούσεις, τους απολογισμούς και τις απογοητεύσεις της, τα μυστικά και τα
ψέματά της.
Όπως
καταλάβατε ήδη, πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο έργο από το οποίο ο θεατής μπορεί
να προσλάβει πολλά και διάφορα. Οι διάλογοι είναι ζωντανοί και σύντομοι, ενώ οι
πολλές ανατροπές κρατούν τους θεατές σε εγρήγορση καθ’ όλη τη διάρκεια της
παράστασης.
Η παράσταση
είναι στημένη πάνω σε ένα ευφάνταστο σκηνικό. Έναν μεγάλο, λευκό λαβύρινθο,
μέσα στον οποίο οι ήρωες κινούνται ασταμάτητα, στους διαδρόμους και στα μικρά
του διαμερίσματα. Ο λαβύρινθος αυτός, όπως αναφέρει η σκηνογράφος του έργου,
Άννα Μαρία Αγγελίδου, συμβολίζει τις έλικες του εγκεφάλου, είναι το ίδιο το
μυαλό του ήρωά μας.
Ο
σκηνοθέτης, Γιώργος Κιουρτσίδης, βάζει τον πρωταγωνιστή να κινείται τον
περισσότερο χρόνο στο βάθος της σκηνής, σαν να παρατηρεί τους υπόλοιπους ήρωες,
οι οποίοι κινούνται μέσα στον λαβύρινθο. Γιατί αυτή είναι, ουσιαστικά, η εικόνα
που έχει ο ήρωάς μας, ο πάσχων. Η δράση είναι ακριβώς ό,τι αντιλαμβάνεται το
ευάλωτο μυαλό του, όσα ο ίδιος βιώνει και πλάθει μέσα από τη σύγχυση της
ασθένειας, κάτι ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό.
Ο Άλφα είναι
ντυμένος στα μαύρα, καθώς σκοτεινό είναι και το μυαλό του, ενώ οι υπόλοιποι
ήρωες, ο φίλος του, η σύζυγος και η κόρη του, είναι ντυμένοι στα λευκά. Λευκά
είναι επίσης ο λαβύρινθος και τα έπιπλα, με το συνολικό σκηνικό να παραπέμπει
αναπόφευκτα σε έναν χώρο ασθένειας και νοσοκομείου.
Μέσα σε αυτό
το πρωτότυπο και ιδιαίτερο σκηνικό, ο σκηνοθέτης κινεί τους ήρωες αδιάκοπα,
αλλά αργά, με τυπικές, στιλιζαρισμένες κινήσεις, σαν πιόνια πάνω σε μια σκακιέρα.
Κι αυτό παραπέμπει σίγουρα στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο Άλφα
αντιλαμβάνεται όσα συμβαίνουν γύρω του, υπό την επήρεια της ασθένειας που
σταδιακά τον καταβάλλει.
Το έργο
διανθίζεται από πρωτότυπη, ιδιαίτερη ηλεκτρονική μουσική, με παύσεις, επανεκκινήσεις και εσωτερικές κραυγές που κάνουν τους θεατές να κρατούν την ανάσα τους,
περιμένοντας τη συνέχεια. Την τόσο πετυχημένη αυτή μουσική έγραψε ο Γιώργος Μάρκος.
Στην όλη
απόδοση του έργου συμβάλλουν ακόμη οι εξαιρετικοί φωτισμοί και τα ήπια χρώματα,
αλλά κυρίως τα σκοτάδια και τα μισοσκόταδα, που παραπέμπουν για άλλη μια φορά
στα σκοτάδια του μυαλού του ήρωά μας. Τους φωτισμούς επιμελήθηκε ο Γιάννης
Τούμπας. Στην όλη ατμόσφαιρα συντελούν τέλος οι προβολές του video wall της Άντας Λιάκου.
Στις
ερμηνείες τώρα, ο φίλος και η κόρη του ήρωα κινούνται και ερμηνεύουν με έναν
εντελώς τυπικό τρόπο, όπως τυπικές είναι και οι κινήσεις τους μέσα στον
λαβύρινθο. Και αυτό, σίγουρα, αποτελεί σκηνοθετική επιλογή. Η κόρη είναι η Ρέα
Καραδέδου Ισουά, ένα ταλαντούχο πλάσμα με μια ιδιαίτερη λάμψη στα μάτια, που
μόλις ξεπήδησε από τη δραματική σχολή του Κρατικού Θεάτρου, ενώ τον φίλο
υποδύεται ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, που ομολογουμένως ήταν κάπως άχρωμος και
άοσμος σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους.
Φαίνεται πως
ο σκηνοθέτης ζήτησε από τη σύζυγο μια περισσότερο εκφραστική ερμηνεία. Και εκεί
η Ελευθερία Τέτουλα πετυχαίνει έναν άθλο. Να είναι σχεδόν ανέκφραστη και παγωμένη και ταυτόχρονα τόσο έντονα εκφραστική! Σίγουρα πρόκειται για κάτι
πολύ δύσκολο, το οποίο καταφέρνει να διαχειριστεί με μεγάλη ωριμότητα,
επιστρατεύοντας όλες τις υποκριτικές της ικανότητες.
Άφησα
τελευταίο τον πρωταγωνιστή, Θοδωρή Πολυζώνη, στον ρόλο του Άλφα, ο οποίος
καταφέρνει να συγκλονίσει τους θεατές με μια δυνατή ερμηνεία. Από
την πρώτη στιγμή τον βλέπουμε να παρατηρεί κάπως ανέκφραστος το κενό και να
ρεμβάζει κοιτάζοντας το ταβάνι, προϊδεάζοντάς μας ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι
κάτι χάνει από όλα όσα συμβαίνουν γύρω του. Και, καθώς περνά η ώρα, η ερμηνεία
του κορυφώνεται, αποτυπώνοντας ένα πρόσωπο εντελώς χαμένο, σημαδεμένο από τη
σκληρότητα της νόσου.
Όσο για τον πρωτότυπο τίτλο του έργου, στον οποίο δεν αναφέρθηκα, δεν έχετε παρά να δείτε την
παράσταση για να ανακαλύψετε τη σημασία του.
Συνολικά, πρόκειται
για ένα έξυπνο έργο, γεμάτο προβληματισμούς, ανατροπές και συγκίνηση, σύντομο
και περιεκτικό, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μας από την αρχή μέχρι το
τέλος. Ο σκηνοθέτης αγκάλιασε το έργο με πολλή αγάπη και αφοσίωση, αποδίδοντάς
το με ένα ιδιαίτερο, υπόκωφο συναίσθημα, ενώ οι ηθοποιοί το απογείωσαν με τις
ερμηνείες τους. Αξίζει να το δείτε!

























