Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου
Ένα νεαρό ζευγάρι ζει
μέσα στη φτώχεια και την ανέχεια, ενώ η κοπέλα περιμένει και παιδί. Τότε, μια
απρόσμενη έκπληξη παρουσιάζεται στη ζωή τους. Tους χαρίζεται ένα τεράστιο σπίτι
με πολλές προοπτικές για το μέλλον, σε μια υποβαθμισμένη και απομακρυσμένη
συνοικία της πόλης.
Όταν μια μέρα ο νεαρός θα προβεί σε μια αποτρόπαιη πράξη, μια μεγάλη ανταμοιβή
τον περιμένει. Και όσο οι αποτρόπαιες πράξεις συνεχίζονται, τόσο οι ανταμοιβές
μεγαλώνουν.
Τα «ΛΑΜΠΕΡΑ ΠΑΡΑΣΙΤΑ» του Philip Ridley είναι
ένα έργο πρωτοποριακό στη σύλληψή του, που έρχεται να στηλιτεύσει την
καταναλωτική κοινωνία και την απώλεια της ηθικής που μπορεί να προκαλέσει η
ακόρεστη δίψα για όλο και περισσότερα υλικά αγαθά. Το δίλημμα είναι μεγάλο για
αυτά τα δύο παιδιά που επιθυμούν το σπίτι των ονείρων τους και τη ζωή των ονείρων
τους. Πώς να σταματήσουν τις αποτρόπαιες πράξεις, όταν καθεμιά από αυτές κρύβει
και μια ευχάριστη έκπληξη; Και μέχρι πού μπορεί τελικά να φτάσει ο άνθρωπος;
Το ξεχωριστό σε
αυτή την παράσταση είναι πως η σκηνοθέτις επιλέγει ευρηματικά να τη μετατρέψει
σε μιούζικαλ, δίνοντάς της νέα πνοή. Εδώ τα ηνία παίρνει ο πολύπειρος και
πασίγνωστος μουσικός της πόλης μας, Κώστας Βόμβολος, ο οποίος πραγματικά
διαπρέπει. Σκύβει με αφοσίωση πάνω στο έργο και στήνει πάμπολλα τραγούδια και
υπέροχες μουσικές. Το σημαντικό είναι πως τις επεξεργάζεται καρέ καρέ και είναι
πάντοτε απόλυτα ανάλογες με το ύφος και τα συναισθήματα της κάθε στιγμής. Οι
γλυκές στιγμές του ζευγαριού συνοδεύονται από μελωδικές, γλυκερές μουσικές, ενώ
οι στιγμές αγωνίας και σασπένς από εντάσεις και έντονες υποκρούσεις. Αυτή η
συνεχής μετάπτωση και εναλλαγή ανάμεσα στις γλυκές και τις δυνατές μουσικές
δίνει έμφαση στην παρωδία και υπερτονίζει τον σαρκασμό των πράξεων των δύο
πρωταγωνιστών. Πρόκειται για μια δουλειά ιδιαίτερα προσεγμένη στη λεπτομέρειά
της.
Συνεχίζοντας με τα
τραγούδια, αξίζει να αναφερθούμε και σε έναν ακόμη άθλο. Την απόδοση του
μεγαλύτερου μέρους του έργου με στίχους του Γιώργου Φράγκογλου. Στίχοι
παραστατικοί, έξυπνοι, σαφείς και αντιπροσωπευτικοί, πάντα με ρίμα. Εξίσου
ενδιαφέροντα είναι και τα χορευτικά, με υπέροχη κίνηση και κέφι, που ενισχύουν
την εικόνα της παρωδίας σε ένα έργο αντικειμενικά σκληρό και σοκαριστικό. Την
κίνηση επιμελήθηκε η Ιωάννα Μήτσικα.
Σκηνοθετικά, η
Γλυκερία Καλαϊτζή, πέρα από όσα ήδη αναφέραμε, κινείται με μεγάλη δυναμική και αφοσίωση.
Αναλαμβάνει να αποδώσει το έργο βήμα βήμα και ατάκα ατάκα, χωρίς να αφήνει ούτε
ένα δευτερόλεπτο ακάλυπτους τους πρωταγωνιστές της, αναθέτοντάς τους συνεχώς
διαφορετικές κινήσεις και θέσεις. Με έναν απλό καναπέ και δύο καθίσματα, οι
ηθοποιοί ερμηνεύουν ασταμάτητα, χωρίς να κουράζουν ούτε στιγμή.
Τους ρόλους
αποδίδουν η Βικτώρια Σισκοπούλου και ο Γρηγόρης Φρέσκος. Οι ταλαντούχοι
ηθοποιοί εμφανίζονται ως πραγματικά πολυεργαλεία, καθώς ερμηνεύουν
καταπληκτικά, ενώ ταυτόχρονα τραγουδούν και χορεύουν όποτε απαιτείται. Η
Βικτώρια είναι ενθουσιώδης, αυθόρμητη και δυναμική, ενώ ο συμπρωταγωνιστής της
αποδίδει εξαίσια τον αμήχανο νεαρό που καταλήγει εγκληματίας για να
ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του. Ξεχωρίζει η σκηνή του πάρτι γενεθλίων με τις
εξαιρετικές μιμήσεις.
Η έμπειρη Σοφία Βούλγαρη που τους συνοδεύει, στήνει μια ιδιαίτερη περσόνα ως
Miss D, ενώ κλέβει την παράσταση και στον ρόλο της άστεγης.
Εντυπωσιακό είναι
και το κίτρινο σκηνικό της Ευαγγελίας Κιρκινέ, με κυρίαρχη την κάτοψη του
σπιτιού που απεικονίζεται στο βάθος της σκηνής, γεμάτη φωτάκια, σαν ένα τρελό
ηλεκτρονικό παιχνίδι, όπως τρελό είναι και το παιχνίδι στο οποίο επιδίδονται οι
δύο νέοι. Τέλος, αξίζει να αναφερθούμε στους φωτισμούς του Σωτήρη Ρουμελιώτη.
Το έργο είναι βαρύ
και ελαφρύ ταυτόχρονα. Βαρύ στην ουσία του και ελαφρύ στην απόδοσή του. Κι αυτό
ακριβώς είναι που του χαρίζει μια υπέροχη μαγεία. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη
δουλειά, εξαιρετική σε σύλληψη και εκτέλεση, που μεταδίδει «με το γάντι» τις
τραγικές προεκτάσεις του καταναλωτισμού και των άκρατων φιλοδοξιών,
στηλιτεύοντας μια σάπια κοινωνία όπου όλες οι πραγματικές αξίες καταρρέουν.
Αξίζει να τη δείτε.




















