Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου
Μια ομάδα ηθοποιών προσπαθεί να ανεβάσει τον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ και, ενώ οι
ζωές και οι ημέρες των ηρώων του έργου δεν είναι καθόλου εύκολες, φαίνεται πως
εξίσου δύσκολες είναι και οι μέρες που περνούν οι ηθοποιοί που τους υποδύονται.
Συγκεκριμένα, ο επικεφαλής της θεατρικής ομάδας παρουσιάζεται καταχρεωμένος, με
υποθηκευμένο σπίτι και τις τράπεζες να τον καταδιώκουν. Έτσι, καθώς χρεοκοπούν
οι ήρωες του έργου του Τσέχωφ, φαίνεται να τους ακολουθούν και οι αντίστοιχοι
ηθοποιοί. Θα έρθουν, τελικά, καλύτερες ημέρες;
Η θεατρική ομάδα Γκραν Γκινιόλ, πιστή στις πρωτότυπες
ιδέες και τις ευρηματικές προτάσεις, ανεβάζει το έργο «Πώς να προσποιείστε ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες: Στον Βυσσινόκηπο του
Τσέχωφ», το οποίο έγραψε ο ταλαντούχος γιος ενός εκ των ιδρυτών της, του Στάθη Μαυρόπουλου, ο Κωνσταντίνος. Σε μια
εμπνευσμένη σύλληψη, ο συγγραφέας αντλεί πραγματικά στοιχεία από τις ζωές των
ηθοποιών, καθιστώντας το έργο ευφάνταστο. Παρ’ όλα αυτά, τα περισσότερα από όσα
τους αποδίδει είναι φανταστικά και ακραία, ώστε οι ζωές τους και τα προβλήματά
τους, κυρίως τα οικονομικά, να προσομοιάζουν με εκείνα των τσεχωφικών ηρώων.
Έτσι, δημιουργείται ένα πρωτότυπο και άρτια δεμένο μείγμα χαρακτήρων, ικανό να
κρατήσει στους θεατές απολαυστική συντροφιά.
Από το έργο δεν απουσιάζουν η συγκίνηση και οι
προβληματισμοί γύρω από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν κάποιοι σημερινοί
ήρωες, οι ηθοποιοί, μέσα σε μια απαιτητική σύγχρονη καθημερινότητα.
Η παράσταση είναι δοσμένη με άφθονο χιούμορ, ενώ οι
ερμηνείες είναι εκρηκτικές και καρικατουρίστικες, φτάνοντας πολλές φορές στα
άκρα. Ενορχηστρωτής όλων αυτών των προσπαθειών είναι η σκηνοθέτις Δήμητρα
Χουμέτη, η οποία οργανώνει μια κυριολεκτικά ξέφρενη σκηνοθεσία που απογειώνει
το σενάριο. Κάθε στιγμή της κρύβει και μια νέα ιδέα, αποδεικνύοντας την
ανεξάντλητη έμπνευσή της. Ανάμεσα στα επεισόδια παρεμβάλλονται εκρηκτικά
διαλείμματα, διανθισμένα με τραγούδια και χορούς. Τα σύγχρονα τραγούδια, με
χορευτικές μουσικές από το ξένο ρεπερτόριο, επιλέχθηκαν από την ίδια τη
σκηνοθέτιδα και της αξίζουν για όλα πραγματικά συγχαρητήρια.
Ερμηνευτικά ξεχωρίζουν ο Στάθης Μαυρόπουλος και ο Διονύσης
Καραθανάσης , οι οποίοι φαίνεται πως έχουν λάβει εντολή για τις πιο ακραίες
αποδόσεις. Δημιουργούν γραφικές φιγούρες, έτσι ώστε κάθε γκριμάτσα και κάθε
κίνησή τους να προκαλεί άφθονο γέλιο. Οι δύο Ιωάννες της παρέας, Λαμνή και
Σιδηροπούλου, κινούνται σε πιο ήπιους τόνους, με τον μονόλογο της Ιωάννας
Σιδηροπούλου για τη δουλειά της στην ταβέρνα να ξεχωρίζει. Την ομάδα
συμπληρώνει ο νεαρός Σάββας Τραπεζάνογλου, με το ιδιαίτερο ταμπεραμέντο του,
στον ρόλο ενός ηθοποιού που έχει γίνει φίρμα στην Αθήνα και επιστρέφει για να
βοηθήσει την ομάδα να ανακάμψει.
Τα σκηνικά είναι λιτά και κατασκευασμένα από απλά
υλικά, ωστόσο διαθέτουν φινέτσα και δεν στερούν τίποτα από την παράσταση. Τα
περισσότερα από τα κοστούμια είναι
εντυπωσιακά, ενώ οι αλλαγές τους γίνονται επί σκηνής, δημιουργώντας μια έντονη
ατμόσφαιρα αλλά και ένα ευχάριστο εσκεμμένο χάος. Σκηνικά και κοστούμια σχεδίασε η Μαρία Καβαλιώτη.
Μόνη μου
παρατήρηση, δεν μπόρεσα με τίποτα να απομνημονεύσω τον τίτλο της παράστασης και
αυτό είναι βέβαια ένα θέμα. Από την άλλη, συμφωνώ πως εν τέλει είναι ένας
τίτλος πρόκληση για τους θεατές και ίσως περισσότερο ελκυστικός.
Πρόκειται για μια κωμωδία γύρω από την οικονομική
εξαθλίωση και τη σκληρή σύγχρονη πραγματικότητα που όλοι αντικρίζουμε, συχνά
ανίκανοι να την αντιμετωπίσουμε. Μια δουλειά από μια δεμένη, θεότρελη ομάδα που
φαίνεται να την απολαμβάνει στο έπακρο, συμπαρασύροντας και το κοινό σε αυτό το
ταξίδι στον ζεστό και φιλόξενο χώρο που διατηρεί στην Κάτω Τούμπα, στην οδό
Πεστών 66.
Κάντε λοιπόν και εσείς το βήμα, μια μικρή επίσκεψη σ’ αυτή τη γειτονιά, για να περάσετε μιάμιση
ώρα διασκέδασης, απολαμβάνοντας το πηγαίο ταλέντο και την ξέφρενη διάθεση της
ομάδας αυτής.
Καλή θέαση.





