Δευτέρα 29 Μαΐου 2023

«ΠΟΛΥ ΚΑΚΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΠΕΛΟ ΕΠΟΧΗΣ», με άρωμα παλιάς ελληνικής ταινίας!

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου



Μια ξεκαρδιστική κωμωδία, μια ευχάριστη παράσταση γεμάτη μουσική και τραγούδια είναι το «Πολύ κακό για ένα καπέλο εποχής» του Άγγελου Κολοκοτρώνη, που παίζεται στο θέατρο Φλέμιγκ. Για να γελάσει επιτέλους  το χειλάκι μας και να ξεσκάσουμε λιγάκι, κάτι που όλοι το έχουμε τόσο ανάγκη!

Μια μεγαλοπιασμένη κυρία της μεσαίας  κοινωνικής τάξης της εποχής του 1970, η κυρία Σία που έχει αδυναμία στα περίτεχνα καπέλα,  ζει με τον καημό και την εμμονή γιατί η μοναχοκόρη της να παντρευτεί ένα φτωχό μεταφορέα, που τρέχει όλη μέρα για το μεροκάματο και όχι έναν πλούσιο και καταξιωμένο κοινωνικά γιατρό ή δικηγόρο. Βέβαια, μέσα από την κόρη της η κυρία Σία ονειρεύεται μεγαλεία και για τον ίδιο της τον εαυτό. Και την δυσαρέσκειά της αυτή δε σταματά να την εκφράζει ολημερίς κι ολονυχτίς, τόσο στην  κόρη  όσο και στον γαμπρό της, που άχρηστο τον ανεβάζει, ανεπρόκοπο τον κατεβάζει, καθώς η σκέψη να απαλλαγεί από αυτόν της έχει γίνει εμμονή. Τον κατηγορεί ακόμη και γιατί η κόρη της δεν έχει μείνει έγκυος ακόμη, χαρακτηρίζοντάς τον στείρο. Στην πλοκή λαμβάνει μέρος και μια νεαρή υπηρετριούλα, η γειτονοπούλα Πελαζί, που η Σία την επιστρατεύει προκείμενου να πετύχει το χωρισμό του ζευγαριού. Και ενώ η κυρία Σία  δε σταματά ούτε στιγμή να είναι με ξινισμένα μούτρα για τον αχαΐρευτο γαμπρό της, η κόρη ως εκ θαύματος μένει έγκυος…

Μια πεθερά λοιπόν, που δεν είναι ούτε πλούσια ούτε μορφωμένη η ίδια, μεγαλοπιάνεται, φουσκώνει, απαιτεί και απαξιώνει μέχρις εσχάτων τον κακόμοιρο γαμπρό της. Άραγε με τι προσόντα; Το έργο είναι  ένα κοινωνικό σχόλιο για τα κοινωνικά στερεότυπα, αυτούς που χαρακτηρίζουμε ανώτερους ή κατώτερους, τους πλούσιους και τους φτωχούς και πώς η κοινωνία τους αντιμετωπίζει. Τα κοινωνικά στερεότυπα, που καθορίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς ακόμη και τα συναισθήματα φαίνεται να εκπορεύονται από το επάγγελμα κάποιου και από το αν είναι μορφωμένος και καλά οικονομημένος.

Το έργο έγραψε ο καταξιωμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας Άγγελος Κολοκοτρώνης πλάθοντας γλαφυρά τους χαρακτήρες βγαλμένους μέσα από μια γνήσια λαϊκή βάση, την εμμονική πεθερά, την όμορφη κόρη, τον δύστυχο γαμπρό και τέλος την τσαχπίνα υπηρέτρια. Και έφτιαξε μια ιστορία με φαντασία, έμπνευση, ατόφια κωμικά στοιχεία και άφθονο χιούμορ που μας θυμίζει τις παλιές καλές ελληνικές ταινίες, με την οικογένεια, την υπηρέτρια, την  πεθερά, ταινίες που έχοντας μας αγγίξει βαθιά εξακολουθούμε να τις βλέπουμε και να τις ξαναβλέπουμε με χαρά κι ενθουσιασμό!

Τη σκηνοθεσία αναλαμβάνει ο έμπειρος ιδρυτής του θεάτρου Φλέμιγκ Γρηγόρης Μήτας. Και εστιάζει κυρίως στις ερμηνείες των ηθοποιών, μπαίνοντας πρώτα ο ίδιος στο πετσί των ρόλων και καταφέρνοντας να εμφυσήσει σε καθέναν από τους πρωταγωνιστές όλα τα στοιχεία που αποτελούν τον χαρακτήρα που ενσαρκώνει. Ακόμη, με μικρά τεχνάσματα και συνεχείς εναλλαγές καθοδηγούμενος από την υπόθεση, καταφέρνει ώστε να υπάρχει πάντοτε δράση και ένταση στη σκηνή και να είναι οι θεατές σε εγρήγορση. Το έργο είναι τέλος διανθισμένο με άφθονα υπέροχα γνωστά μας παλιά τραγούδια ελληνικά και ξένα  με διασκευασμένους στίχους ανάλογους με την υπόθεση. Και τα τραγούδια αυτά δημιουργούν ένα ιδιαίτερα ζεστό κλίμα, ανεβάζουν τη διάθεση, δίνουν ανάσες και χαρά σε αυτό το εγχείρημα και ενθουσιάζουν τον κόσμο που διασκεδάζει, απολαμβάνει και τραγουδάει. Τα τραγούδια επέλεξαν και διασκεύασαν ο Γρηγόρης Μήτας και η Καρίνα Ιωαννίδου.

Καταπληκτική στο ρόλο της εμβληματικής πεθεράς η Νέλλη Δελή,  η κεντρική ηρωίδα με μονίμως  σουφρωμένο το πρόσωπο ως ένδειξη υποτίμησης στον ανεπιθύμητο γαμπρό της, κρατά τα βλέμματα συνεχώς στραμμένα πάνω της, προκαλεί άφθονο γέλιο και κερδίζει τις εντυπώσεις. Πιο λιτή και ψυχρή στην ερμηνεία της η Χριστίνα Μαγκάκη ως κόρη, δεν παύει να έχει εξάρσεις που προέρχονται από την ανεκδιήγητη συμπεριφορά της μητέρας της και τότε φτάνει στα άκρα και αποδεικνύει τις ερμηνευτικές της ικανότητες. Επαρκής και στο ρόλο του γαμπρού ο Γιάννης Βενιζέλος, γίνεται ταλαίπωρος όπως επιβάλλει το έργο και μας πείθει. Εξαιρετικά ευχάριστη έκπληξη η νεαρή Ζηνοβία Παππά, που κλέβει τις εντυπώσεις ως Πελαζί. Μια πραγματική αποκάλυψη, με νάζι, σκέρτσο, μπρίο και τσαχπινιά αλωνίζει τη σκηνή κουνιέται, λυγιέται, χορεύει και μας κατακτά απογειώνοντας το ρόλο τη υπηρέτριας.

Ευχάριστο το σκηνικό απεικονίζει το σαλόνι μιας μέσης κατοικίας με έναν πίνακα του Μυταρά στον τοίχο. Καλόγουστα και τα κοστούμια εκφράζουν απόλυτα τα πλάσματα που τα φέρουν. Σκηνικά και κοστούμια επιμελήθηκε ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Μήτας. Τέλος, απολύτως εντυπωσιακά είναι τα πάμπολλα καπέλα εποχής που στολίζουν το σκηνικό και τα οποία βάζει και βγάζει συνεχώς η μεγαλοπιασμένη Σία. Τα καπέλα έφτιαξε με πραγματική έμπνευση και καλλιτεχνία όλη μαζί η ομάδα του θεάτρου Φλέμιγκ.

Θα σημειώσω τέλος πόσο εντυπωσιάστηκα με  αυτό το τόσο κομψό , καλόγουστο και φιλόξενο θεατράκι, το θέατρο Φλέμιγκ, μικρό σε μέγεθος, αλλά όπως φαίνεται φτιαγμένο με μεγάλη αγάπη, τελειομανία και προσοχή. Εξαίσιος ο αύλειος χώρος του, στολισμένος με αφίσες θεάτρου, αινιγματική η υπέροχη γυριστή σκαλίτσα του καθώς όταν την ανεβαίνεις αναρωτιέσαι πού άραγε θα σε οδηγήσει και τέλος τόσο προσεγμένο και ευχάριστο στο εσωτερικό του, ένα μικρό στολίδι. Αξίζει να το επισκεφτείτε και να δείτε το «Πολύ κακό για ένα καπέλο εποχής» για να πάρετε ανάσες χαράς, να διασκεδάσετε και να απολαύσετε όμορφο θέατρο με άρωμα παλιάς ελληνικής ταινίας.

 

Συντελεστές:

  • Σκηνοθεσία – Σκηνικά- Κοστούμια : Γρηγόρης Μήτας.
  • Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστίνα Μαγκάκη.
  • Μουσική επιμέλεια: Χριστίνα Μαγκάκη.
  • Ενορχήστρωση/Ενοργάνωση, Πλήκτρα: Κρατσιώτης Ευκλείδης.
  • Μουσική απόδοση , Κιθάρα, Φωνή: Τάσος Κάκος.
  • Φωτογραφίες παράστασης – Video art: Βασίλης Κομματάς.
  • Ηχογράφηση: Χρήστος Καλιαμπάκας, I AM HIP HOP Studio
    Αφίσα εξωφύλλου: Γιώργος Σιδηρόπουλος.

 

ΔΙΑΝΟΜΗ (Με σειρά εμφάνισης)

  • Νέλλυ Δελή (Τασία)
  • Χριστίνα Μαγκάκη (Σοφία)
  • Ζηνοβία Παππά (Πελαγία)
  • Ευκλείδης Κρατσιώτης (Μανώλης)
  • Γιάννης Βενιζέλος (Μανώλης)
    Όλοι οι ηθοποιοί τραγουδούν κατά τη διάρκεια της παράστασης.

 

 

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023

Καθηλωτικό «ΣΕ ΣΑΣ ΠΟΥ ΜΕ ΑΚΟΥΤΕ» με υποδειγματικές ερμηνείες.

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Η Λούλα Αναγνωστάκη υπήρξε η σημαντικότερη ελληνίδα θεατρική συγγραφέας και μια από τις σπουδαιότερες γυναικείες μορφές των ελληνικών γραμμάτων. Δημιουργός σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, σφράγισε με τα έργα της το μεταπολεμικό θέατρο, μιλώντας για τους κοινωνικούς αγώνες και επικοινωνώντας τις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου. Το έργο  «Σ’ εσάς που με ακούτε» είναι το τελευταίο της και σ’ αυτό δίνει φωνή στους ήρωές της να εκμυστηρευτούν τις αγωνίες τους, τους φόβους τους απέναντι στη νέα τάξη πραγμάτων αλλά και τις προσωπικές τους ανασφάλειες λόγω της κοινωνικής διαφθοράς και παρακμής. Είναι ένα έργο για τους αγώνες που πρέπει να συνεχίσουν να δίνονται, ακόμη κι αν και στις μέρες μας μοιάζουν σχεδόν μάταιοι.

Είμαστε στο Βερολίνο του 2001 που φλέγεται από αναταραχές και βίαια επεισόδια. Μια ομάδα νεαρών  ετοιμάζονται να διαδηλώσουν υπέρ της ειρήνης, της ισότητας, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, υπέρ των μεταναστών και των κατώτερων κι αδικημένων και κατά των ισχυρών  αυτού του κόσμου,  που επιδιώκουν σιγά σιγά να αφανίσουν τους αδύναμους και να επιβάλλουν τους δικούς τους όρους.

 Ο Άγης, που είναι και εκκολαπτόμενος συγγραφέας, ετοιμάζεται  να απευθύνει χαιρετισμό και προβάρει τον λόγο του. Ο  Άγης γράφει ένα βιβλίο για την αγαπημένη του ηρωίδα, την Ρόζα Λούξεμπουργκ, αλλά μεταφερμένο στη σύγχρονη εποχή, και παίρνει ιδέες για την εμφάνισή της από την κοπέλα του την Σοφία. Η Σοφία από την άλλη που φλερτάρει με το περιθώριο, ετοιμάζει κάποια παρανομία με ναρκωτικά για να εξασφαλίσει ένα μεγάλο ποσό για την μητέρα και τον αδερφό της Νίκο, που έμεινε ανάπηρος μετά από έναν καυγά με τον πατέρα του. Άγης και Σοφία ζουν στο σπίτι του ηλικιωμένου γερμανού Χανς και της πολύ νεαρότερης συζύγου του ελληνίδας Μαρίας, ενώ την παρέα συμπληρώνουν ο ιταλός τραγουδιστής Τζίνο σύντροφος του Νίκου, ο Ιβάν,  και η νεαρή Τρούντελ.

Και μαζί με  την έξω παγκόσμια αναταραχή και ανωμαλία έρχεται και η έσω κατάρρευση της οικογένειας σε μια κοινωνία που νοσεί.  Γιατί στην οικογένεια της Σοφίας τίποτε δεν είναι υγιές. Ένας πατέρας που δεν ήθελε ποτέ παιδιά και που εγκατέλειψε την οικογένειά του μετά το ατύχημα του γιου. Μια μητέρα τέρας, που έριξε χωρίς λόγο όλα τα βάρη στη μικρή της κόρη εξαναγκάζοντάς την να δουλεύει μόνο αυτή για να ζει όλη η οικογένεια και τώρα της ζητά συνεχώς χρήματα. Μάνα και γιος πηγαίνουν από την Ελλάδα στο Βερολίνο όχι για να επισκεφθούν και να συναντήσουν  τη Σοφία, αλλά μόνο και μόνο για να πάρουν τα λεφτά.

Το έργο σκηνοθέτησε απρόβλεπτα και με μπόλικη  ευρηματικότητα, νεανικό πάθος και ορμή ο Χρήστος Θεοδωρίδης καταθέτοντας ξεκάθαρα την φλογισμένη ψυχή του. Όλη η παράσταση με τη ένταση και την ενέργεια που την κατακλύζει, φαντάζει μια διαμαρτυρία, μια επαναστατική κραυγή. Με τους ήρωες να παίρνουν συνεχώς τα μικρόφωνα, να στέκονται όρθιοι, να φωνάζουν τα συνθήματά τους  και να διαλαλούν τα πιστεύω τους. Το έργο διανθίζεται από πάμπολλα τραγούδια από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης που επέλεξε ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Και ακόμη από υπέροχα, μικρά και εύστοχα χορευτικά, όπου οι ηθοποιοί καταλαμβάνουν  το χώρο και γεμίζουν τη σκηνή με δυναμική ενέργεια μέχρι τελικής πτώσεως. Τα χορευτικά είναι άψογα εκτελεσμένα από όλους τους συντελεστές.  Τη χορογραφία και την επιμέλεια της κίνησης έκανε η Ξένια Θεμελή.

Οι ηθοποιοί είναι επιλεγμένοι ιδανικά από τον σκηνοθέτη και καταθέτουν όλοι ανεξαιρέτως συγκλονιστικές ερμηνείες. Υπέροχος ο Νίκος Μήλιας στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Άγη, με απίστευτη ένταση  στο πρόσωπο αλλά και στο σώμα, δίνει σάρκα και οστά σε έναν δυναμικό και ταυτόχρονα ευαισθητοποιημένο ήρωα αποδίδοντας όλη την γκάμα των συναισθημάτων του και κερδίζει τις εντυπώσεις. Ιδιαίτερα αξιόλογη, πραγματικά συγκινητική και σπαρακτική είναι η ερμηνεία της Χρυσής Μπαχτσεβάνη στον τραγικό ρόλο της Σοφίας. Βαρύ πυροβολικό ο υπερέμπειρος Δημήτρης Ναζίρης καταθέτει μια δυνατή ερμηνεία στο ρόλο του ηλικιωμένου Χανς. Αφοπλιστική η Ελένη Θυμιοπούλου αποδίδει έξοχα την ελληνίδα Μαρία χαρίζοντάς  της μιαν ιδιαίτερη προσωπικότητα, ενώ μας εντυπωσιάζει και με τις χορευτικές της ικανότητες. Καταιγιστικός ο Πάρης Αλεξανδρόπουλος στο ρόλο του τραγουδιστή Τζίνο, ερμηνεύει χορεύει και τραγουδά με απίστευτο πάθος. Αμείλικτη η Μπέττυ Νικολέση στο ρόλο της μητέρας. Επαρκείς οι Γιώργος Κολοβός και Νικόλας Δροσόπουλος στους ρόλους των Ιβάν και Νίκου αντίστοιχα, ενώ ιδιαίτερα τρυφερή και η ερμηνεία της Σεμίραμις Αμπατζόγλου στο ρόλο της Τρούντελ. Όλοι οι ηθοποιοί αλληλεπιδρούν εξαίσια και δημιουργούν ένα δυναμικό και ιδιαίτερα δεμένο σύνολο.

Το έργο διαδραματίζεται σε ένα λιτό αλλά με προσωπικότητα σκηνικό του Εδουάρδου Γεωργίου. Το βασικότερο στοιχείο, μια τραπεζαρία στο πλάι της σκηνής γύρω από την οποία κάθονται όλοι οι ήρωες και σηκώνονται ένας ένας για να παίξουν το ρόλο τους. Ακόμη, μια γωνιά, όπου ο ηλικιωμένος Χανς κάθεται ήσυχα ήσυχα στην πολυθρόνα του και κάνει το παζλ του χωρίς να ενοχλεί κανέναν. Το κομψό τραπεζάκι με το τηλέφωνο που κάποιες στιγμές χτυπά, αλλά  κατά κανόνα παραμένει εντέλει βουβό. Η ταπετσαρία, τα φωτιστικά και τέλος μια κρεμάστρα. Η τραπεζαρία προς το τέλος του έργου θα μεταφερθεί στο κέντρο της σκηνής και θα γίνει κυρίαρχη, καθώς θα ξεκινήσει εκεί ένα πραγματικό  δείπνο που θα σηματοδοτήσει τις εξελίξεις. Τα ενδιαφέροντα κοστούμια που θα χαρακτήριζα σύγχρονα σχεδίασε η Μαρίνα Κελίδου.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο τίτλος του έργου κάπως παραλλαγμένος έγινε το τελευταίο διάστημα σύνθημα για τους ηθοποιούς στον αγώνα τους, προκειμένου να αναγνωριστούν οι σπουδές τους. Το «ΣΕ ΣΑΣ ΠΟΥ ΜΕ ΑΚΟΥΤΕ» έγινε λοιπόν «Σε σας που μας ακούτε, μας βλέπετε και μας στηρίζετε, ο αγώνας συνεχίζεται! »

Δείτε την παράσταση αυτή για να γνωρίσετε μια  από τις καλύτερες δημιουργίες της μεγάλης Λούλας Αναγνωστάκη, αλλά και για να απολαύσετε μια  παθιασμένα σκηνοθετημένη   απόδοση του έργου με υποδειγματικές ερμηνείες.


Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης
Δραματουργική επεξεργασία: Χρήστος ΘεοδωρίδηςΙζαμπέλα Κωνσταντινίδου
Επιμέλεια κίνησης - χορογραφία: Ξένια Θεμελή
Σκηνικά: Εδουάρδος Γεωργίου
Κοστούμια: Μαρίνα Κελίδου
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Μουσική επιμέλεια: Χρήστος Θεοδωρίδης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ξένια Θεμελή
Βοηθός Σκηνογράφου: Δανάη Πανά
Β' Βοηθός Σκηνογράφου: Ερατώ Γεωργίου
Οργάνωση παραγωγής: Ηλίας Κοτόπουλος

* Βοηθός φωτιστή (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Τσομπάνη Ευανθία

Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά): Πάρης Αλεξανδρόπουλος (Τζίνο), Σεμίραμις Αμπατζόγλου (Τρούντελ), Νικόλας Δροσόπουλος (Νίκος), Ελένη Θυμιοπούλου (Μαρία), Γιώργος Κολοβός (Ιβάν), Νίκος Μήλιας (Άγης), Χρυσή Μπαχτσεβάνη (Σοφία), Δημήτρης Ναζίρης (Χανς), Μπέττυ Νικολέση (Έλσα)

 

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2023

«ΤΡΙΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ» Ευοίωνο ξεκίνημα στο θέατρο ΜΑΙΩΤΡΟΝ

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Το θέατρο ΜΑΙΩΤΡΟΝ κλείνει φέτος τριάντα χρόνια ύπαρξης και προσφοράς! Η ψυχή του, ο ακούραστος θεατράνθρωπος Σταύρος Παρχαρίδης, αποφάσισε λοιπόν μετά από τρία χρόνια αδράνειας λόγω του κορονοϊού να κάνει δυναμικό ξεκίνημα δίνοντας το βήμα και το λόγο σε νέους συγγραφείς με τη δημιουργία της σκηνής «Πρώτο βήμα». Πρώτος από αυτούς ο Τζων Μιχάλης με το έργο του «ΤΡΙΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ».

Μια γυναίκα, που φέρεται να έχει σκοτώσει το σύζυγό της και την ερωμένη του και καλύτερή της φίλη στο διπλανό δωμάτιο, καλεί την αστυνομία για να παραδοθεί. Η γυναίκα φαίνεται να βρίσκεται σε σοκ, σε σύγχυση. Και τότε αρχίζει να εξομολογείται τα εσώψυχά της. Είναι μια πληγωμένη και προδομένη γυναίκα, που ερωτεύτηκε και αγάπησε πολύ, αλλά χωρίς αντίκρισμα. Ταυτόχρονα, διάφορα ευτράπελα αρχίζουν να συμβαίνουν καθώς κάποιοι τηλεφωνούν στο παράνομο ζευγάρι και στο τηλέφωνο απαντά η απατημένη σύζυγος. Σημαντικό ρόλο παίζει και ένα σημειωματάριο που κρατά η γυναίκα στο οποίο έχει σημειώσει όλα τα φωνητικά μηνύματα και sms που αντάλλασσε ο σύζυγός της από το κρυφό του καρτοκινητό. Και τότε τα πράγματα περιπλέκονται, καθώς φαίνεται πως ο τελευταίος εκτός των άλλων συνωμοτούσε κιόλας με τελικό στόχο  να φύγει από τη ζωή η γυναίκα  για να κληρονομήσει την τεράστια περιουσία της.

Το σενάριο ακούγεται λίγο υπερβολικό αλλά…. συμβαίνουν βέβαια και αυτά! Κάποιες στιγμές επίσης προβληματίστηκα σχετικά με κάποιες λεπτομέρειες, στοιχεία αληθοφάνειας του έργου. Το σημαντικό όμως είναι το πόσο όμορφα, πόσο τρυφερά και πόσο αληθινά ο συγγραφέας καταφέρνει να δώσει τα συναισθήματα αυτής της γυναίκας, μιας καλόψυχης και άδολης ψυχής. Πόσο ρεαλιστική και πόσο ανθρώπινη είναι η αφήγησή της καθώς λέει τον πόνο της για αυτή την απάτη. Με μια παράξενη ηρεμία, ίσως αυτών που βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο του άγχους, μας παίρνει από το χέρι και μας λέει τα καθέκαστα όχι σαν μια βαριά πονεμένη ιστορία αλλά με ελαφρότητα και άφθονο καυστικό χιούμορ. Και μας κατακτά! Μου άρεσαν  ακόμη και τα τελευταία λεπτά του έργου, όπου καθώς η ηρωίδα απευθύνεται στη μητέρα της ζητώντας της συγγνώμη, υπάρχει μια ιδανική κορύφωση και αυτός ο δραματικός τόνος είναι απαραίτητος για να πάμε ομαλά στη λήξη αυτής της ιστορίας.

Το ψέμα, η  υποκρισία της κοινωνίας, οι κίβδηλες ανθρώπινες σχέσεις, όλα στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος και η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου είναι μερικά από τα θέματα που θίγονται στο έργο αυτό. Κι ακόμη η θέση της γυναίκας, η οποία εξακολουθεί να υποβιβάζεται, να θεωρείται κατώτερη και να γίνεται στόχος ακόμη και η ίδια της η ζωή από κάποια άθλια αρσενικά. Θέματα διαχρονικά που πάντα καίνε!

Το έργο σκηνοθέτησε με δημιουργική φαντασία, πολλή αγάπη και δοτικότητα ο Σταύρος Παρχαρίδης, λες και ήταν δικό του παιδί. Και  το έκανε  όχι μόνο επειδή είναι έμπειρος  και ικανός αλλά  και επειδή αναμφίβολα τον άγγιξε. Έτσι, με περίσσεια έμπνευση βάζει την πρωταγωνίστρια να στροβιλίζεται στο χώρο και όχι μόνο να μιλά, αλλά συνεχώς να κάνει κάτι. Συχνά, συγκεκριμένα αντικείμενα γίνονται στα χέρια της εργαλεία για την εξέλιξη της υπόθεσης κρατώντας έντονο το ενδιαφέρον του θεατή. Αλλά και ο ψυχισμός της καθοδηγείται ανάλογα, ώστε να αποδώσει την κάθε στιγμή.

Η Βάσω Δήμογλου, με το πρόσωπο μιας απλής καθημερινής γυναίκας αλλά όλο ευγένεια και ευαισθησία, αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο και να φέρει σε πέρας τον μονόλογο αυτό. Η ηθοποιός καταφέρνει να εισχωρήσει στην ψυχοσύνθεση της γυναίκας και με μια ταραγμένη ηρεμία να ερμηνεύσει τον ρόλο. Το πρόσωπό της τα λέει όλα, οι εκφράσεις, οι συσπάσεις του αντανακλούν τα συναισθήματά της. Τα μάτια της άλλοτε σκοτεινιάζουν και άλλοτε χάνονται ανάλογα με τη στιγμή. Κομψή και με όσο κουράγιο της έχει απομείνει περιφέρεται και αποδίδει ιδανικά τόσο τις δραματικές , όσο και τις πολύ περισσότερες σαρκαστικές στιγμές.


Το σκηνικό της Μαρίας Παπατζέλου φαντάζει  χαώδες και άστατο με την  πρώτη ματιά, σαν παλιά αποθήκη με πράγματα ατάκτως ειρημένα. Αναμφίβολα όμως είναι δυναμικό και με πολλές λεπτομέρειες. Κάποια έπιπλα είναι  τυλιγμένα με ζελατίνα. Ίσως αυτό το σκηνικό να είναι συμβολικό και να θέλει  να δηλώσει και να υπερτονίσει  τη σύγχυση στην οποία βρίσκεται η πρωταγωνίστρια. Πάντως, πολλά από τα αντικείμενα χρησιμοποιούνται  στην έκβαση του έργου και φαίνεται πως η ύπαρξή τους είχε νόημα.

Τη μουσική του έργου ανέλαβε ο Νίκος Πανδής. Αν και οι νότες δεν ήταν τόσο πολλές, ωστόσο ήταν ζεστές και μας άγγιξαν, άλλοτε χαρίζοντας ηρεμία σαν χάδι και άλλοτε ένταση. Πολύ όμορφο και το τραγούδι της παράστασης «Ρόδα ολάνθιστα», σε στίχους του συγγραφέα, που δυστυχώς δεν ακούστηκε ολόκληρο.

Δείτε την παράσταση  «ΤΡΙΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ» γιατί πρόκειται για ένα τρυφερό,  γεμάτο συναίσθημα και πικρό χιούμορ έργο,  άψογα σκηνοθετημένο και ερμηνευμένο και για να βιώσετε από κοντά το δίκαιο παράπονο και τον ειλικρινή πόνο μιας γυναίκας σαν όλες τις άλλες. Πρόκειται για ένα ευοίωνο ξεκίνημα για το θέατρο Μαίωτρον στο οποίο ευχόμαστε «Πάντα επιτυχίες».


ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

 

Συγγραφέας: Τζων Μιχάλης

Σκηνοθεσία: Σταύρος Παρχαρίδης

Σκηνικά: Μαρία Παπατζέλου

Κοστούμια: Μαρία Παπατζέλου

Μουσική: Νίκος Πανδής

Φωτισμοί: Θέατρο Μαίωτρον

Παίζει: Βάσω Δήμογλου

Φωτογραφίες: Σταύρος Παρχαρίδης

Διαφημιστικό βίντεο: Γιώργος και Σταύρος Παρχαρίδης.

Το τραγούδι της παράστασης «Ρόδα ολάνθιστα» μελοποίησε ο Νίκος Πανδής σε στίχους του Τζων Μιχάλη

Ερμηνεία: Αναστασία Κόσμογλου.

 

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2023

Ευφάνταστη, δυνατή «Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΜΟΥ».

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου


Η «Τριλογία του παραθερισμού» είναι έργο του μεγάλου Ιταλού δραματουργό Κάρλο Γκολντόνι, ο οποίος  εμπνεύστηκε από την Commedia dellarte αλλά  την εξέλιξε σημαντικά, διεισδύοντας και καταγράφοντας με έμπνευση και σε βάθος  την κοινωνία και τους ανθρώπινους χαρακτήρες. Η τριλογία  είναι έργο της ωριμότητάς του Γκολντόνι. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1761 και αποτελείται από τρία μέρη. «Η μανία του παραθερισμού», «Οι περιπέτειες του παραθερισμού» και «Επιστροφή από τον παραθερισμό». Η τριλογία σκηνοθετήθηκε για το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος από τον Γιάννη Σκουρλέτη και την ομάδα bijoux de kant.

Η υπόθεση έχει ως εξής. Μια ομάδα μάλλον ξεπεσμένων αριστοκρατών ετοιμάζεται πυρετωδώς να εγκαταλείψει το Λιβόρνο και να ξεκινήσει για τον παραθερισμό της στο ορεινό Μοντενέρο. Ο παραθερισμός είναι πάθος και ψύχωση για όλους αυτούς τους ανθρώπους, που τον αναμένουν πώς και πώς για να επιδείξουν τα πλούτη τους, να συγκριθούν και να ξεχωρίσουν φορώντας τα ωραιότερα φορέματα και παραδίδοντας λουκούλλεια δείπνα, τρέφοντας έτσι την ακόρεστη ματαιοδοξία τους. Τίποτα δεν τους σταματά σε αυτό το ξέφρενο παιχνίδι  και κανένας ορθολογισμός δεν μπορεί να φρενάρει τις αδικαιολόγητες σπατάλες που τους οδηγούν κυριολεκτικά σε χρεοκοπία.

Στο όνομα λοιπόν του φαίνεσθαι αναπτύσσονται ιδιαίτερες σχέσεις ανάμεσα στους πρωταγωνιστές και αναδεικνύεται ένας καμβάς από  χαρακτήρες, που χάνουν κυριολεκτικά τον εαυτό τους αναλωνόμενοι σε μια επιφανειακότητα, καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις και αυταπάτες και απομένουν εντέλει απελπιστικά στερημένοι και μόνοι. Ο Λεονάρντο, βουτηγμένος στα χρέη, ετοιμάζεται για άλλη μια υπέρογκη σπατάλη αρκεί να μην χάσει την καλή του φήμη. Ο Φιλίππο  του υπόσχεται για γυναίκα την κόρη του Τζακίντα και μια μεγάλη προίκα, ενώ στα αλήθεια είναι τελείως άφραγκος. Ο Φερντινάντο, άνθρωπος της προσκολλήσεως, κόλακας και κουτσομπόλης επιβιώνει μόνο επειδή όλοι φοβούνται μην τους πιάσει στο στόμα του. Η αδερφή του Λεονάρντο Βιττόρια παθαίνει κρίσεις επειδή δεν είναι έτοιμο το καινούριο της φουστάνι. Και κάτω από αυτές τις συνθήκες οι σχέσεις των ανθρώπων γίνονται όλο και πιο σάπιες. Η Τζακίντα αν και υποτίθεται ότι αγαπάει τον Λεονάρντο φλερτάρει ασύστολα με τον Γκουλιέλμο και επιδιώκει να το επιβάλλει αυτό. Η δύστυχη Σαμπίνα εκλιπαρεί τον Φερντινάντο να την παντρευτεί, ενώ αυτός είναι ξεκάθαρο πως ενδιαφέρεται μόνο για τα λεφτά της. Ο Φουλτζέντσιο τέλος, είναι ο μόνος έντιμος, καλόψυχος και φωνή της λογικής που προσπαθεί πάντα να βοηθήσει.

Το έργο από μόνο του είναι ένα αριστούργημα! Ο Γκολντόνι μεγαλουργεί πλάθοντας τέλεια τις ατελέσφορες καταστάσεις αλλά και τους απόλυτα ολοκληρωμένους χαρακτήρες με τις ιδιαιτερότητες και κυρίως τις αδυναμίες τους. Με κοφτερούς και εύστοχους διαλόγους σε άψογη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα μας κρατά επί δυόμισι  ώρες  σε εγρήγορση. Και βέβαια αν και η τριλογία περιέχει έντονα το κοινωνικό σχόλιο, σάτυρα, χιούμορ και πολλές  ευτράπελες καταστάσεις,  αν κρίνουμε από την έκβαση της υπόθεσης και τα αδιέξοδα των ηρώων δεν θα την χαρακτηρίζαμε  τόσο απλοϊκά  ως  κωμωδία. Μήπως είναι και λίγο τραγωδία τελικά; Μήπως δεν είναι τυχαίο που  στο κέντρο του σκηνικού είναι αναρτημένη από την αρχή του έργου η φωτεινή επιγραφή «TRAGEDY»; Εξάλλου, ένα τέρας περιφέρεται πίσω από τη σκηνή σε όλη τη διάρκεια του έργου, σαν μια βαριά σκιά που αποστερεί από τους ήρωές μας κάθε χαρά.

Η παράσταση χαρακτηρίζεται από εξαιρετικές ερμηνείες. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο Χρίστος Στυλιανού και Κλειώ Δανάη Οθωναίου κέντησαν πραγματικά πάνω στη σκηνή.  Οι δυο ηθοποιοί φαίνεται πως έχουν πλέον φτάσει πολύ ψηλά ερμηνευτικά και διαπρέπουν. Πιάνουν τον ρόλο και διεισδύουν τόσο βαθιά που γίνονται ένα με αυτόν. Τους θαύμασα και τους δυο γι’ αυτό δεν μπορώ να τους ξεχωρίσω. Ήταν εξαίσιοι!  Είναι δε τόσο ταιριαστοί πάνω στη σκηνή που θα πρέπει να καθιερωθούν ως θεατρικό ζευγάρι!

Ο Κώστας Σαντάς, βετεράνος και πάντα απολαυστικός ερμήνευσε με χάρη και αφοπλιστική ευγένεια  τον Μπερναντίνο. Ο Γιώργος Καύκας, άψογος στο ρόλο του αντιπαθητικού Φερντινάντο. Ο Δημήτρης Σιακάρας και ο Δημήτρης Κολοβός απέδωσαν χωρίς εκπλήξεις τους ρόλους των Φουλτζέντσιο και Φιλίππο και όπως πάντα ήταν  φυσικοί και υπερεπαρκείς. Η Σοφία Καλεμκερίδου κέρδισε τις εντυπώσεις ως Κοστάντσα, ενώ και η Άννα Κυριακιδου ήταν πολύ καλή ως Σαμπίνα. Η Εύα Φρακτοπούλου ανέβηκε ερμηνευτικά με το πέρασμα της ώρας ως Βιττόρια, ενώ πειστικός ήταν και ο Βασίλης Μπεσίρης ως Γκουλιέλμο. Στο ρόλο καρικατούρα του Τονίνο ο Κωνσταντίνος Τσονόπουλος, ενώ Ροζίνα ήταν η Θεοφανώ Τζαλαβρά. Την παράσταση έκλεψε αναμφίβολα η Μαίρη Ανδρέου που σε αντικατάσταση ερμήνευσε την Μπρίτζιντα και με το κούνημα, το λίγωμα και την έξοχη τσαχπινιά της ανέδειξε ένα μεγάλο ταλέντο.

Και ας περάσουμε στους υπηρέτες, τους ταπεινούς και καταφρονεμένους και αιώνια πεινασμένους, αυτούς που μιλούν για τα υπέροχα φαγητά που ολημερίς σερβίρουν και όμως ποτέ δεν τα δοκίμασαν, αυτούς που δείχνουν ίσως πιο ανθρώπινοι και πιο συνετοί από τα ξιπασμένα αφεντικά τους. Ο  σκηνοθέτης σκύβοντας πάνω σε αυτή την ιδιαίτερη κατηγορία και επιδιώκοντας να κεντρίσει το ενδιαφέρον μας ή ίσως  να δώσει κάποιο μήνυμα  τους παρουσιάζει  ως αλλόκοτα πλάσματα, κάπως ανδρόγυνα, ίσως άτομα που έχασαν την ταυτότητά και την προσωπικότητα τους. Τους υπηρέτες ερμηνεύουν με ιδιαιτερότητα οι Δημήτρης Καρτάκης ως Πάολο, Γιώργος Κωνσταντινίδης ως Πασκουάλε, Φαμπρίτσιο Μούτσο ως Τίτα και Χρήστος Νταρακτσής ως Τσέκο.

Το έργο αν και αναφέρεται στο 1761 είναι  σκηνοθετικά μεταφερμένο στις μέρες μας. Με σύγχρονα και μάλιστα εξεζητημένα, πολύχρωμα, απαστράπτοντα κοστούμια αλλά και ιλουστρασιόν σκηνικά με χρυσές κορδέλες, και άφθονα λουλούδια σαν νυχτερινό κέντρο σε όλο του το μεγαλείο. Η εικόνα είναι πολύ έντονη και κυριαρχεί, σχεδόν βγάζει μάτι, ίσως γιατί μόνο για την εικόνα και όχι για την ουσία νοιάζονται και οι ίδιοι οι  ήρωες του έργου. Το ίδιο εντυπωσιακή είναι και η ένταση ανάμεσα στους ήρωες που φτάνουν συχνά σε ντελίριο και ερμηνευτικά κρεσέντο. Αυτή είναι η σκηνοθετική άποψη που υπηρέτησε ο σκηνοθέτης Γιάννης Σκουρλέτης μαζί με τον γιο του Κωνσταντίνο υπεύθυνο για τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους φωτισμούς και την ομάδα bijoux de kant. Μια  εκκεντρική και εντυπωσιακή απόπειρα που βγάζει το έργο από το χρονοντούλαπό του, του δίνει έναν εντελώς νέο αέρα  και σίγουρα θα συζητηθεί.

Η τριλογία του παραθερισμού του Γιάννη Σκουρλέτη είναι μια σπουδαία, ενδιαφέρουσα, δυνατή και ευφάνταστη εκδοχή ενός εκπληκτικού, κλασσικού και δοκιμασμένου συγγραφικά έργου. Αξίζει να το δείτε για τα διαχρονικά ζητήματα που θίγει και αφορούν την ανθρώπινη φύση αλλά και για να απολαύσετε τις δυνατές ερμηνείες και την νέα ανάγνωση που επιχείρησε με τόλμη ο σκηνοθέτης.


Συντελεστές
Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης
Σκηνικά - Κοστούμια - Φωτισμοί: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Μουσική: Πάνος Ηλιόπουλος
Δραματουργική Επεξεργασία: Ασημένια Ευθυμίου
Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστόφορος Μαριάδης
Βοηθός σκηνογράφου - ενδυματολόγου: Παρασκευή Μποκοβού
Β' βοηθoί σκηνοθέτη: Αλέξανδρος ΖαφειριάδηςΑθηνά ΚαμπούρηΦωτεινή Τιμοθέου
Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη


Παίζουν: Άννα Ευθυμίου (Μπρίτζιντα), Σοφία Καλεμκερίδου (Κοστάντσα),  Δημήτρης Καρτόκης (Πάολο), Γιώργος Καύκας (Φερντινάντο), Δημήτρης Κολοβός (Φιλίππο), Άννα Κυριακίδου (Σαμπίνα), Φαμπρίτσιο Μούτσο (Τίτα), Βασίλης Μπεσίρης (Γκουλιέλμο), Χρίστος Νταρακτσής (Τσέκο), Κλειώ Δανάη Οθωναίου (Τζακίντα), Κώστας Σαντάς (Μπερναρντίνο), Δημήτρης Σιακάρας (Φουλτζέντσιο), Χρίστος Στυλιανού (Λεονάρντο), Θεοφανώ Τζαλαβρά (Ροζίνα), Κωνσταντίνος Τσονόπουλος (Τονίνο), Εύα Φρακτοπούλου (Βιττόρια)
 
Φιγκυράν-Μουσικός: Γιώργος Κωνσταντινίδης (Πασκουάλε)


* Στην πρεμιέρα της παραγωγής «Η Τριλογία του Παραθερισμού» το Σάββατο 28/01 αλλά και στην παράσταση της Κυριακής 29/01 τον ρόλο της "Μπρίτζιντα" ερμηνεύει η Μαίρη Ανδρέου, αντί της Άννας Ευθυμίου.