Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

«Shirley Valentine», μια ζεστή, τρυφερή παράσταση

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Η Shirley Valentine είναι μία απλή νοικοκυρά. Κάποτε ερωτεύτηκε, κάποτε παντρεύτηκε, έκανε δύο παιδιά και έζησε ό,τι μπορούσε να ζήσει. Και τώρα, είναι πια μόνη μέσα στην κουζίνα της και μαγειρεύει για τον αυστηρό σύζυγο που θα σχολάσει το απόγευμα, μα και για να γεμίσει τα ταπεράκια που θα πάρει η κόρη της, που ζει μακριά. Η Shirley αφηγείται τα βάσανά της και τη μοναξιά της στο μοναδικό της «φίλο», τον απέναντι τοίχο. Πώς έγιναν όλα αυτά, πώς πέρασε και έφυγε έτσι η ζωή της, πώς ο έρωτας για ένα νεαρό αγόρι κατέληξε σε μία σχέση συμβατική, χωρίς αγάπη, χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς ευχάριστες στιγμές, χωρίς επικοινωνία, χωρίς τίποτα;

Η Shirley, το τρελοκόριτσο των νεανικών χρόνων, ονειρευόταν πάντα να ταξιδέψει, μα δεν τα κατάφερε. Και να που τώρα παρουσιάζεται η ευκαιρία, η καλύτερή της φίλη της χαρίζει ένα εισιτήριο για να πάνε παρέα στην Ελλάδα. Η ηρωίδα τρελαίνεται με την ιδέα αυτή, ένα όνειρο που μπορεί επιτέλους να γίνει πραγματικότητα. Μα πώς να αφήσει μόνους σύζυγο και παιδιά; Και αν το πει στον άντρα της, θα της επιτρέψει να φύγει για την Ελλάδα για δεκαπέντε ολόκληρες μέρες; Αποκλείεται. Η Shirley είναι μία από εμάς, μία από τις πολλές γυναίκες που έθαψαν τη ζωή τους μέσα στην κουζίνα χωρίς να το καταλάβουν. Θα αποφασίσει άραγε να κάνει την επανάστασή της;

Τη μετάφραση και τη διασκευή του κειμένου υπογράφει ο Αλέξανδρος Ρήγας, που με μεγάλη μαεστρία παραδίδει ένα έξυπνο κείμενο, ευχάριστο, διασκεδαστικό, περιεκτικό, κομψό, λιτό και όχι πληθωρικό, καθώς λιτή είναι και η νοικοκυρά Shirley. Το κείμενο, αναφέρει περιστατικά από τα παιδικά και τα νεανικά χρόνια της Shirley, από το παρελθόν γενικότερα, και μας συστήνει σε βάθος τον χαρακτήρα της γυναίκας αυτής.

Ήμουν σίγουρη πως το έργο αυτό θα ταίριαζε απόλυτα στο ταπεραμέντο της Παυλίνας Χαρέλα. Και πράγματι, λες και γράφτηκε για αυτήν. Η πολύπειρη Παυλίνα το ερμηνεύει με ιδιαίτερη τρυφερότητα και ευαισθησία. Με επιδεξιότητα, πειστικότητα και παραστατικότητα αποδίδει τον μονόλογο, μα και τις μιμήσεις και τους διαλόγους που απαιτούνται, αλλάζοντας τη χροιά της φωνής της, τις εκφράσεις του προσώπου της και την κίνησή της. Και ναι, το προσωπάκι της ταιριάζει απόλυτα σε αυτό της Shirley, μιας καταπιεσμένης αλλά έξυπνης γυναίκας, με φευγάτη ψυχή, που όμως έχασε τον εαυτό της και έθαψε την προσωπικότητά της μέσα στην καθημερινότητα.

Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο μόνιμος πλέον συνεργάτης της Παυλίνας και καλός της φίλος, ο Αντώνης Λουδάρος. Και φαίνεται από το αποτέλεσμα η χημεία που έχει αναπτυχθεί μεταξύ τους. Δεν πρόκειται για μία πομπώδη σκηνοθεσία, αλλά για μια ευχάριστη και καθημερινή, γιατί εξάλλου μία καθημερινότητα έχει να αποδώσει.

Ευχάριστες και οι μουσικές που διανθίζουν το έργο, ενώ μας συντροφεύουν και μας ξαφνιάζουν οι ήχοι, άλλοτε της βροχής και των βροντών και άλλοτε της θάλασσας, των κυμάτων και των γλάρων.

Το «Shirley Valentine» είναι ένα έργο για την αναζήτηση της προσωπικής ευτυχίας και την αυτοπραγμάτωση, ένα ζωντανό μήνυμα ελπίδας. Ένα έργο επίκαιρο και διαχρονικό, που εύκολα θα συγκινήσει την κάθε γυναίκα, μα και τον κάθε καταπιεσμένο άνθρωπο. Δοκιμασμένη συνταγή, μετάφραση και διασκευή από έναν βετεράνο του είδους, τον Αλέξανδρο Ρήγα, και δοκιμασμένο επίσης το δίδυμο Παυλίνας Χαρέλα και Αντώνη Λουδάρου.
Αποτέλεσμα σίγουρο. Αξίζει να το δείτε!

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ατμοσφαιρικός ο «ΝΑΝΟΥΡΙΣΤΗΣ»

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου



Δεν μπορώ να γράψω για τα έργα του Θανάση Τριαρίδη, και αυτό είναι γεγονός. Ίσως δεν μπορώ πάντοτε να αντιληφθώ πλήρως τη σύλληψη και την εξέλιξή τους. Πάντα, όμως, με εντυπωσίαζε η ευκολία με την οποία αυτός ο άνθρωπος εμπνέεται και γράφει θέατρο. Έχει γράψει τόσα πολλά... Παρ’ όλα τα θετικά χαρακτηριστικά τους, δεν τα θεωρώ τέλεια, γιατί εν τέλει ποτέ δεν τα κατάλαβα ολοκληρωτικά.

Είδα χθες και τον «ΝΑΝΟΥΡΙΣΤΗ». Το έργο γράφτηκε πριν από δώδεκα χρόνια και, όπως μας είπε ο ίδιος, όταν το βλέπει νιώθει σαν να το έχει γράψει κάποιος άλλος. Τόσο πολύ έχει αλλάξει πλέον ο τρόπος σκέψης και ο προσανατολισμός του συγγραφέα. Εμένα μου έμοιασε σαν ένα μαγικό παραμύθι μέσα από το οποίο  μια διάσημη συγγραφέας οδηγείται στον θάνατο. Και έτσι όπως εκτυλίχθηκε η ιστορία, ήταν τελικά ένας αποδεκτός, ένας υποφερτός θάνατος.

Ο νανουριστής είχε αναλάβει να τη νανουρίσει στις τελευταίες στιγμές της, μέχρι να πεθάνει. Δεν την νανούρισε βέβαια· όμως της κράτησε συντροφιά. Το παραμύθι είχε έρωτα, αναμνήσεις, σασπένς, αιφνιδιασμούς, ευρηματικότητα, αλλά και μια ιστορία μέσα στην ιστορία, για έναν αλχημιστή, που είναι αλήθεια δεν ήταν απόλυτα κατανοητή. Αυτή την πολύπλοκη ιστορία θα μπορούσε ο συγγραφέας να την επεξεργαστεί περισσότερο, ώστε να περάσει ευκολότερα όλη η ουσία και το συναίσθημά της στους θεατές. Παρ’ όλα αυτά, το έργο μας κράτησε το ενδιαφέρον στο υπόλοιπο κομμάτι του, διατηρώντας την προσμονή για την εξέλιξη.

Ο Παύλος Δανελάτος το ανέβασε εξαιρετικά ποιοτικά, όπως κάνει πάντα, σε μια ατμοσφαιρική παράσταση. Και ήταν σίγουρα ένα δύσκολο εγχείρημα, αν σκεφτούμε τη δυστοπία του έργου αλλά και τις προηγούμενες απόπειρες άλλων σκηνοθετών, που τελικά ναυάγησαν. Ναι, ο Παύλος Δανελάτος δεν φοβάται τον Θανάση Τριαρίδη· τον αγαπάει.

Πολύ καλές οι ερμηνείες, με τη Μαρία Προδρόμου να αποδίδει ιδανικά την υστερική αριστοκράτισσα που αγόρασε τον θάνατό της. Ο Αλέξης Κότσυφας, ως νανουριστής, μου φάνηκε υπερβολικά πραγματιστής, αν και κλήθηκε να συντροφεύσει μια γυναίκα στις τελευταίες της στιγμές. Θα περίμενα να δείχνει, τουλάχιστον στην αρχή, και όχι απαραίτητα να είναι στην πραγματικότητα, λίγο περισσότερο πνευματικός.

Μια παρατήρηση για τον σκηνοθέτη: δεν μου άρεσαν οι θηλυπρεπείς κινήσεις του νανουριστή όταν έγινε η αντιστροφή των ρόλων. Όχι μόνο δεν ήταν απαραίτητες, αλλά χαλούσαν και το κλίμα του έργου.

Η παράσταση πλαισιωνόταν από σαγηνευτικές μουσικές και φωτισμούς. Το έργο, αν και πραγματεύεται τον θάνατο και έχει μια πεσιμιστική βάση που σίγουρα αντιπροσωπεύει τον συγγραφέα, διέθετε μια ευρηματική πλοκή και, σε συνδυασμό με το προσεγμένο ανέβασμα από τον έμπειρο σκηνοθέτη, τελικά μου άρεσε. Μας άφησε μια αίσθηση πληρότητας και ζεστασιάς. Μια ανάταση και μια υποβόσκουσα γλύκα.

Αν σας αρέσουν οι φανταστικές ιστορίες με έρωτα και μυστήριο, αξίζει να το δείτε!

 

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Ρεσιτάλ ερμηνείας από τον Γιώργο Καραμίχο στον «VANYA»

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου



Μια εξαιρετική παράσταση και ένα πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας από τον Γιώργο Καραμίχο είχα τη χαρά να απολαύσω χθες το βράδυ στο Θέατρο Αριστοτέλειον, στο έργο VANYA.

Πρόκειται για έναν αριστοτεχνικά γραμμένο μονόλογο, όπου αναπτύσσεται ολόκληρη η υπόθεση του έργου Θείος Βάνιας του Τσέχωφ. Ο ηθοποιός ερμηνεύει όλους τους ρόλους και αποδίδει όλους τους διαλόγους με έναν εντυπωσιακό τρόπο. Μέσα σε δευτερόλεπτα μεταμορφώνεται από τον έναν χαρακτήρα στον άλλο και, ξανά και ξανά, δεκάδες φορές, μεταπηδά από ρόλο σε ρόλο. Είναι μια πραγματικά καταπληκτική δουλειά, όπου ο σημαντικός ηθοποιός, σκηνοθέτης και διακεκριμένος δάσκαλος υποκριτικής στο Λος Άντζελες Γιώργος Καραμίχος ξεδιπλώνει το σπουδαίο ταλέντο του. Κάποιες φορές φορώντας μόνο ένα ζευγάρι γυαλιά, μια ποδιά ή κρατώντας ένα βαποριζατέρ, αλλά τις περισσότερες φορές χωρίς τίποτε από όλα αυτά, μόνο με την έκφραση του προσώπου του, τη χροιά της φωνής του και την αλλαγή της κίνησής του. Ένα μαλακό χαμόγελο, ένα λύγισμα της κεφαλής ή ένα «ρ» που δεν προφέρεται κανονικά αρκούν για να γεννηθεί ένας νέος χαρακτήρας.

Το έργο έγραψε ο Σάιμον Στήβενς, γνωστός στην Ελλάδα από το έργο του «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα», θέλοντας ίσως να συστήσει τον Θείο Βάνια σε ένα πιο σύγχρονο και νεανικό κοινό. Ο συγγραφέας επιλέγει οκτώ ρόλους και πάνω σε αυτούς στήνει ολόκληρη την πλοκή. Ο Ιβάν (Θείος Βάνιας) εργάζεται σκληρά στο πατρικό κτήμα από τα νεανικά του χρόνια, έχοντας παραχωρήσει το μερίδιό του στην αδελφή του Άννια, η οποία έχει πλέον φύγει από τη ζωή. Μαζί του ζει η κόρη της, η Σόνια. Όλα τα χρήματα τα στέλνει στον σύζυγο της Άννιας, τον Αλέξανδρο, ο οποίος είναι διάσημος σκηνοθέτης. Ο Ιβάν αφιερώνει όλη του τη ζωή σε αυτόν τον άνθρωπο και όλοι του οι κόποι αποσκοπούν μόνο στο να διαπρέψει εκείνος και να αναδειχθεί το έργο και η προσωπικότητά του. Κάποια στιγμή ο Αλέξανδρος έρχεται στο κτήμα με τη νέα του σύζυγο, την Έλενα. Πώς θα είναι τα πράγματα τώρα που ο Βάνιας θα τον ζήσει από κοντά; Μαζί τους βρίσκονται ο γιατρός Μιχαήλ, η μητέρα του Ιβάν, ο Ηλίας και η Μαρίνα.

Ανάμεσα στους ήρωες αναπτύσσονται ιδιαίτερες σχέσεις, έρωτες, κόντρες, αλλά και ερωτικά τρίγωνα. Το έργο είναι έξυπνο, καλογραμμένο, διεισδυτικό,  παραστατικό και γεμάτο συναίσθημα. Το Vanya είναι ένα έργο για την αποτυχία, τη ματαίωση και τις χαμένες προσδοκίες.

Η παράσταση χαρακτηρίζεται από μια έξυπνη και ευρηματική σκηνοθεσία, για την οποία υπεύθυνος είναι ο θεατρικός σκηνοθέτης και σκηνογράφος με καριέρα στο εξωτερικό Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος. Ο σκηνοθέτης ζητά από τον ηθοποιό του φορώντας μια λιτή πράσινη φόρμα την οποία δεν αλλάζει ούτε στιγμή, και βασιζόμενος αποκλειστικά στο υποκριτικό του ταλέντο, να υποδυθεί όλους τους ρόλους. Διακρίνουμε έντονη κινητικότητα πάνω στη σκηνή. Από στιγμή σε στιγμή, σαν σβούρα, ο ηθοποιός αλωνίζει όλο τον χώρο αποδίδοντας την υπόθεση, ενώ κυριολεκτικά επιδίδεται τουλάχιστον δύο φορές σε κυκλικούς χορούς. Μέσα από τις σκηνοθετικές και ερμηνευτικές επιλογές φαίνεται να ακροβατεί συνεχώς ανάμεσα στο γέλιο και στο δάκρυ, προσδίδοντας στην ερμηνεία του έντονα κωμικά στοιχεία. Κατά διαστήματα, την ένταση των σκηνών σπάνε μικρά μουσικά διαλείμματα.

Το σκηνικό, από άκρη σε άκρη της σκηνής, απεικονίζει ένα τεράστιο σούπερ μάρκετ, γεμάτο εντυπωσιακά ράφια με διάφορα προϊόντα. Το σκηνικό αυτό λειτουργεί εκσυγχρονιστικά, δίνοντας μια νότα σύγχρονης ζωής στο έργο, καθώς ο χρόνος σε αυτό δεν προσδιορίζεται στην πραγματικότητα. Βέβαια, τίποτα δεν διαδραματίζεται σε ένα σούπερ μάρκετ. Το σκηνικό είναι κυρίως συμβολικό, καθώς φαίνεται πως ακόμη και μέσα στην σημερινή αφθονία των αγαθών οι άνθρωποι εξακολουθούν να βασανίζονται από τα ίδια πάθη που απασχολούσαν τους ήρωες την εποχή του Τσέχωφ, όπως η αγάπη και το χρήμα και να υποφέρουν από ανεκπλήρωτους έρωτες και ματαιώσεις. Το σκηνικό και τους φωτισμούς επιμελήθηκε ο  Marco Turcich.

Πρόκειται για μια υπέροχη παράσταση που αξίζει όλοι να δείτε. Και είναι πραγματικά κρίμα που ο Καραμίχος μάς «φεύγει» σε μόλις τρεις ημέρες, τον θέλουμε για πολύ περισσότερες παραστάσεις στο Θέατρο Αριστοτέλειον.

 

 

 

 

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

«ΠΩΣ ΝΑ ΠΡΟΣΠΟΙΕΙΣΤΕ ΟΤΙ ΘΑ ΕΡΘΟΥΝ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΜΕΡΕΣ: ΣΤΟΝ ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟ ΤΟΥ ΤΣΕΧΩΦ», μια ξέφρενη κωμωδία.


Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Μια ομάδα ηθοποιών προσπαθεί να ανεβάσει τον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ και, ενώ οι ζωές και οι ημέρες των ηρώων του έργου δεν είναι καθόλου εύκολες, φαίνεται πως εξίσου δύσκολες είναι και οι μέρες που περνούν οι ηθοποιοί που τους υποδύονται. Συγκεκριμένα, ο επικεφαλής της θεατρικής ομάδας παρουσιάζεται καταχρεωμένος, με υποθηκευμένο σπίτι και τις τράπεζες να τον καταδιώκουν. Έτσι, καθώς χρεοκοπούν οι ήρωες του έργου του Τσέχωφ, φαίνεται να τους ακολουθούν και οι αντίστοιχοι ηθοποιοί. Θα έρθουν, τελικά, καλύτερες ημέρες;

Η θεατρική ομάδα Γκραν Γκινιόλ, πιστή στις πρωτότυπες ιδέες και τις ευρηματικές προτάσεις, ανεβάζει το έργο «Πώς να προσποιείστε ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες: Στον Βυσσινόκηπο του Τσέχωφ», το οποίο έγραψε ο ταλαντούχος γιος ενός εκ των ιδρυτών της,  του Στάθη Μαυρόπουλου, ο Κωνσταντίνος. Σε μια εμπνευσμένη σύλληψη, ο συγγραφέας αντλεί πραγματικά στοιχεία από τις ζωές των ηθοποιών, καθιστώντας το έργο ευφάνταστο. Παρ’ όλα αυτά, τα περισσότερα από όσα τους αποδίδει είναι φανταστικά και ακραία, ώστε οι ζωές τους και τα προβλήματά τους, κυρίως τα οικονομικά, να προσομοιάζουν με εκείνα των τσεχωφικών ηρώων. Έτσι, δημιουργείται ένα πρωτότυπο και άρτια δεμένο μείγμα χαρακτήρων, ικανό να κρατήσει στους θεατές απολαυστική συντροφιά.

Από το έργο δεν απουσιάζουν η συγκίνηση και οι προβληματισμοί γύρω από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν κάποιοι σημερινοί ήρωες, οι ηθοποιοί, μέσα σε μια απαιτητική σύγχρονη καθημερινότητα.

Η παράσταση είναι δοσμένη με άφθονο χιούμορ, ενώ οι ερμηνείες είναι εκρηκτικές και καρικατουρίστικες, φτάνοντας πολλές φορές στα άκρα. Ενορχηστρωτής όλων αυτών των προσπαθειών είναι η σκηνοθέτις Δήμητρα Χουμέτη, η οποία οργανώνει μια κυριολεκτικά ξέφρενη σκηνοθεσία που απογειώνει το σενάριο. Κάθε στιγμή της κρύβει και μια νέα ιδέα, αποδεικνύοντας την ανεξάντλητη έμπνευσή της. Ανάμεσα στα επεισόδια παρεμβάλλονται εκρηκτικά διαλείμματα, διανθισμένα με τραγούδια και χορούς. Τα σύγχρονα τραγούδια, με χορευτικές μουσικές από το ξένο ρεπερτόριο, επιλέχθηκαν από την ίδια τη σκηνοθέτιδα και της αξίζουν για όλα πραγματικά συγχαρητήρια.

Ερμηνευτικά ξεχωρίζουν ο Στάθης Μαυρόπουλος και ο Διονύσης Καραθανάσης , οι οποίοι φαίνεται πως έχουν λάβει εντολή για τις πιο ακραίες αποδόσεις. Δημιουργούν γραφικές φιγούρες, έτσι ώστε κάθε γκριμάτσα και κάθε κίνησή τους να προκαλεί άφθονο γέλιο. Οι δύο Ιωάννες της παρέας, Λαμνή και Σιδηροπούλου, κινούνται σε πιο ήπιους τόνους, με τον μονόλογο της Ιωάννας Σιδηροπούλου για τη δουλειά της στην ταβέρνα να ξεχωρίζει. Την ομάδα συμπληρώνει ο νεαρός Σάββας Τραπεζάνογλου, με το ιδιαίτερο ταμπεραμέντο του, στον ρόλο ενός ηθοποιού που έχει γίνει φίρμα στην Αθήνα και επιστρέφει για να βοηθήσει την ομάδα να ανακάμψει.

Τα σκηνικά είναι λιτά και κατασκευασμένα από απλά υλικά, ωστόσο διαθέτουν φινέτσα και δεν στερούν τίποτα από την παράσταση. Τα περισσότερα  από τα κοστούμια είναι εντυπωσιακά, ενώ οι αλλαγές τους γίνονται επί σκηνής, δημιουργώντας μια έντονη ατμόσφαιρα αλλά και ένα ευχάριστο εσκεμμένο χάος. Σκηνικά και κοστούμια  σχεδίασε η Μαρία Καβαλιώτη.

 Μόνη μου παρατήρηση, δεν μπόρεσα με τίποτα να απομνημονεύσω τον τίτλο της παράστασης και αυτό είναι βέβαια ένα θέμα. Από την άλλη, συμφωνώ πως εν τέλει είναι ένας τίτλος πρόκληση για τους θεατές και ίσως περισσότερο ελκυστικός.

Πρόκειται για μια κωμωδία γύρω από την οικονομική εξαθλίωση και τη σκληρή σύγχρονη πραγματικότητα που όλοι αντικρίζουμε, συχνά ανίκανοι να την αντιμετωπίσουμε. Μια δουλειά από μια δεμένη, θεότρελη ομάδα που φαίνεται να την απολαμβάνει στο έπακρο, συμπαρασύροντας και το κοινό σε αυτό το ταξίδι στον ζεστό και φιλόξενο χώρο που διατηρεί στην Κάτω Τούμπα, στην οδό Πεστών 66. Κάντε λοιπόν και εσείς το βήμα, μια μικρή επίσκεψη  σ’ αυτή τη γειτονιά, για να περάσετε μιάμιση ώρα διασκέδασης, απολαμβάνοντας το πηγαίο ταλέντο και την ξέφρενη διάθεση της ομάδας αυτής.

 Καλή θέαση.

 

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

«ΟΙ ΔΕΛΦΙΝΟΙ, ΚΑΖΙΜΙΡ ΚΑΙ ΦΙΛΙΝΤΟΡ», μια διαχρονική, άρτια παράσταση!

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Δύο δελφίνοι, οι Καζιμίρ και Φιλιντόρ, ανταγωνίζονται για το ποιος θα κερδίσει τελικά την εξουσία. Στέκονται, λοιπόν, σε μία κλειστή αίθουσα και, με όλη την αγωνία, αναμένουν τον φάκελο που θα αναγράφει το όνομα του επόμενου βασιλιά. Την ώρα αυτή μπλέκονται σε ατέρμονες συζητήσεις, ενώ συνομιλούν ταυτόχρονα και με έναν υπηρέτη που έχει αναλάβει τη διαδικασία της παράδοσης του φακέλου.

Καθώς ο χρόνος γίνεται έμμονη ιδέα, η αγωνία της αναμονής κορυφώνεται. Ο χρόνος, λοιπόν, τους απασχολεί αδιάκοπα και βασανιστικά, ενώ ο φάκελος δεν έρχεται. Ποιος θα είναι τελικά ο νικητής; Μάλιστα, κάθε φορά που το μεγάλο ρολόι χτυπά, επτά φιγούρες βγαίνουν στη σκηνή και δίνουν έμφαση στο γεγονός αυτό με τις κινήσεις τους και την εμφάνισή τους.

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος γράφει και σκηνοθετεί ο ίδιος ένα κείμενο έξυπνο, ευρηματικό και ευχάριστο, γεμάτο λογοπαίγνια και λεπτό χιούμορ. Το κείμενο, με πικρό σαρκασμό, αφήνει υπονοούμενα για την εξουσία και αυτούς που τη διεκδικούν. Το έργο μάς φέρνει στον νου, στον τρόπο γραφής του λίγο τον Μπέκετ και το «Περιμένοντας τον Γκοντό», όμως είναι σίγουρα πιο ευχάριστο, πολύ πιο σύντομο και ποτισμένο με ένα συνεχές, αδιόρατο χιούμορ που δεν αφήνει αδιάφορους τους θεατές. Και πριν αρχίσει ο λόγος να κουράζει ή να επαναλαμβάνεται έρχεται ένα απρόσμενο και ευρηματικό τέλος. Το τέλος αυτό εντελώς εκτονωτικό δικαιώνει τους μέχρι τότε προβληματισμούς του συγγραφέα και, μετά τα συναισθήματα που έχουν δημιουργηθεί στο κοινό, λειτουργεί ως κάθαρση για όλους.

Το σκηνικό είναι πραγματικά εντυπωσιακό και χρωματικά ταιριαστό με τα ρούχα των πρωταγωνιστών: ένας μακρύς τοίχος και δίπλα ένας μεγάλος καθρέφτης σε γωνία, που αναμφίβολα είναι συμβολικός και παραπέμπει στην αυταρέσκεια των διεκδικητών της εξουσίας. Από την οροφή κρέμεται  ένας τεράστιος όγκος, σαν βράχος, που πιθανότατα συμβολίζει τον χρόνο, που στέκεται σκληρός και απειλητικός απέναντι στους δελφίνους. Τα παραπάνω σχεδίασε με μεγάλη επιτυχία ο Βασίλης Παπατσαρουχάς. Αξιόλογοι και οι φωτισμοί της Σοφίας Αλεξιάδου αναδεικνύουν υπέροχα το σκηνικό αλλά και τη δράση.

Οι βετεράνοι Έφη Σταμούλη και Δημήτρης Ναζίρης, με την εμπειρία τους, αναδεικνύουν το κείμενο και μας κρατούν σε συνεχή εγρήγορση και προσμονή. Τα γέλια που προκαλούν στο κοινό οι ερμηνείες τους, σε συνδυασμό με το κείμενο, δεν είναι λίγα. Ιδιαίτερη μνεία στον Δημήτρη Ναζίρη, που ξεχωρίζει για το σκηνικό εκτόπισμά του και την υπέροχη, ευγενική φωνή του. Μαζί του, η Έφη Σταμούλη, πολύπειρη, στιβαρή και πάντα συνεπής. Τους δύο ηθοποιούς συνοδεύει, στον ρόλο του υπηρέτη, ο Στέλιος Χρυσαφίδης, με ένα πολύ πετυχημένο αμήχανο ύφος.

Οι «Δελφίνοι, Καζιμίρ και Φιλιντόρ» είναι  μία ξεχωριστή, απολαυστική,  άρτια παράσταση από το Κ.Θ.Β.Ε, με πολλά μηνύματα και κυρίως διαχρονική, που αξίζει να δείτε.

 

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

«Ο AΓΓΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ» με απόλυτη ποιότητα και εξαιρετικές ερμηνείες.



Μία υπέροχη παράσταση γεμάτη έμπνευση,  πάθος για την τέχνη και την ομορφιά  και σπάνια καλλιτεχνική αρτιότητα έστησε ο Αντώνης Καραγιάννης με την αισθητική και την ευαισθησία του και με τη βοήθεια άξιων συντελεστών.

Ο σκηνοθέτης παίρνει στα χέρια του το γνωστό έργο «Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ» των Ντάνιελ Μπόυμαν και Τόμας Κάρυ, που αφορά τη σχέση δύο εμβληματικών γυναικών, της Εντίθ Πιάφ και της Μαρλέν Ντίτριχ στις δεκαετίες 1940-1950, και πραγματικά μεγαλουργεί. Η πρώτη, γαλλίδα τραγουδίστρια και τραγουδοποιός· η δεύτερη, γερμανίδα ηθοποιός και τραγουδίστρια, διεθνούς ακτινοβολίας και οι δύο.

Η Πιάφ είναι εύθραυστη, ευάλωτη, επιρρεπής στις καταχρήσεις, αλκοόλ και ναρκωτικά, ένα πλάσμα ευαίσθητο και πονεμένο. Η Ντίτριχ, αντιθέτως, δυναμική, απόμακρη, ψυχρή, μια πραγματική Γερμανίδα «τύπος και υπογραμμός». Παρά τις τόσο διαφορετικές προσωπικότητές τους, οι δυο γυναίκες αγάπησαν βαθιά η μία την άλλη και δημιούργησαν μια σύνδεση ζωής, που δεν την άγγιζε η καθημερινότητα ούτε οι πολλές σχέσεις που ανέπτυξαν και οι δύο κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Πάντοτε, οδηγός σε αυτή τη σχέση ήταν η ορθολογίστρια Ντίτριχ, που φρόντιζε, καθοδηγούσε και συμβούλευε την ευάλωτη Πιάφ.

Κι ας έρθουμε τώρα στην ίδια την παράσταση, φτιαγμένη με ιδιαίτερο ζήλο και σκληρή δουλειά από τους συντελεστές της.
Ο Αντώνης Καραγιάννης εμπνέεται και δημιουργεί για σκηνικό μια συρόμενη μεταλλική κατασκευή εξαιρετικής αισθητικής,  η οποία περιστρέφεται κατά διαστήματα και φιλοξενεί τη δράση, με πανέμορφο φωτισμό στη μία πλευρά. Γίνεται άλλοτε σπίτι, άλλοτε ξενοδοχείο, νοσοκομείο, μπαρ και  ό,τι άλλο χρειαστεί. Μικροαντικείμενα, πάντα με καλαισθησία, ένα ιδιαίτερο φωτιστικό, ένα ραδιόφωνο, ένα βιολί, ένα τηλέφωνο,  συμπληρώνουν το σκηνικό, ενώ δεξιά και αριστερά βρίσκονται οι δύο γκαρνταρόμπες της Πιάφ και της Ντίτριχ.

Στον χώρο αυτό κινούνται η Εντίθ και η Μαρλέν, ερμηνευμένες από δύο πραγματικά εξαιρετικές ηθοποιούς. Στον ρόλο της Μαρλέν – του «Αγγέλου» – η  mezzo soprano Κασσάνδρα Δημοπούλου . Στον ρόλο της Πιαφ – του «Σπουργιτιού» – η Δήμητρα Αντωνακούδη. Και μαζί καταφέρνουν να πλάσουν ένα μοναδικό δίδυμο, αναδεικνύοντας τόσο τις διαφορές όσο και τις κρυφές ομοιότητές τους.

Η Κασσάνδρα Δημοπούλου, αριστοκρατική, εμβληματική, καλλιεργημένη, απόλυτα αφοσιωμένη, δημιουργεί μια αγέρωχη και αλύγιστη Μαρλέν, με αυστηρό πρόσωπο και στιβαρή παρουσία. Έναν χαρακτήρα που, αν και αντικειμενικά κρύβει επιμελημένα τα συναισθήματά του, αυτή τα αφήνει να διαφανούν μέσα από την ερμηνεία της. Η Κασσάνδρα είναι υπεύθυνη  μάλιστα και για την μετάφραση του έργου.

Δίπλα της, η Δήμητρα Αντωνακούδη, ένα πραγματικό θαύμα! Τι ταλέντο, τι εκφραστικότητα, τι συναίσθημα, τι εσωτερική ενέργεια! Η Δήμητρα εισέρχεται βαθιά μέσα στο ρόλο και γίνεται το τρυφερό,  το ευάλωτο σπουργίτι,  που όμως μεταμορφώνεται όταν τραγουδά. Και τότε η ηθοποιός πλημμυρίζει πραγματικά από δύναμη και πάθος και με δραματικό ύφος και βραχνή φωνή κατακτά το κοινό της όπως όταν τραγουδούσε και η Πιάφ. Ερμηνεία για βραβείο!

 Καθώς το έργο είναι ένα μιούζικαλ, ακούμε μια σειρά τραγουδιών, στα γαλλικά από την Πιάφ και στα γερμανικά από την Ντίτριχ, όπως τα La vie en rose, Non, je ne regrette rien, Padam Padam, Lili Marlene. Όταν μάλιστα οι δύο προσωπικότητες αποδίδουν δημόσια στο κοινό τα τραγούδια τους η σκηνή κλείνει και αυτές εμφανίζονται μπροστά από την κουρτίνα, ώστε να τονίζεται ακόμη περισσότερο η δύναμη της ερμηνείας τους και να μην αποσπάται ο θεατής από οτιδήποτε άλλο, ένα πολύ ωραίο εύρημα του σκηνοθέτη. Οι χορογραφίες είναι του Χρήστου Κατίδη.

Τα κοστούμια, υπέροχα, εποχής, με ιδιαίτερο χαρακτήρα  και απόλυτα ταιριαστά με το στυλ των  δύο πρωταγωνιστριών, της ατημέλητης Πιάφ και της κομψότατης Ντίτριχ,  είναι σχεδιασμένα με έμπνευση και βαθιά ενσυναίσθηση από την Κωνσταντίνα Καπανίδου, ενώ το έργο στολίζουν ιδανικά και οι φωτισμοί που επιμελήθηκε ο ίδιος ο σκηνοθέτης.

Συνολικά πρόκειται για μία παράσταση φτιαγμένη με πραγματική αγάπη και δυνατή, λεπτομερή καλλιτεχνική επιμέλεια από πανάξιους συντελεστές. Συνιστώ ανεπιφύλακτα να την παρακολουθήσετε στο θέατρο  «Αθήναιον». Μακάρι μάλιστα να ταξιδέψει και στην Αθήνα, όπου σίγουρα θα κερδίσει τις καρδιές όλων!

 

Αρχή φόρμας

 

Τέλος φόρμας

 

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Ατμοσφαιρικό, ρεαλιστικό το «ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ Ο ΠΟΘΟΣ»

 

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου



Το αριστούργημα του Τενεσί Ουίλιαμς, Λεωφορείο ο Πόθος, έκανε πριν λίγες ημέρες πρεμιέρα στο Θέατρο Αριστοτέλειον στη Θεσσαλονίκη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά.

Η Μπλανς Ντιμπουά, μια πρώην αριστοκράτισσα που έχει χάσει όλη την περιουσία της, εγκαταλείπει τον αμερικανικό Νότο και πάει να ζήσει με την αδερφή της Στέλλα και τον σύζυγό της Στάνλεϋ  Κοβάλσκι στη Νέα Ορλεάνη. Η Μπλανς θεωρεί ότι έχει υποφέρει πολύ στη ζωή της· έχασε τον νεανικό της έρωτα και έκτοτε δεν κατάφερε ποτέ να ξαναβρεί την αγάπη. Στο νέο της περιβάλλον η αντίθεση είναι τεράστια: από τη μια η εξευγενισμένη και εύθραυστη ψυχικά Μπλανς, κι από την άλλη ο Κοβάλσκι — ένας άξεστος, παρορμητικός άνδρας που πίνει, παίζει χαρτιά και κάποιες φορές ασκεί βία στη γυναίκα του. Πλάι τους η απροστάτευτη και εξαρτώμενη από τον άντρα της Στέλλα.

Ο Δημήτρης Καραντζάς παίρνει αυτό το εμβληματικό δράμα και το ανεβάζει με τις δικές του, καθαρές σκηνοθετικές πινελιές. Όπως και σε άλλες δουλειές του, με μεγάλη πιστότητα και παραστατικότητα, καταφέρνει να περάσει όλα τα μηνύματα του έργου και να μεταδώσει συγκεκριμένες εικόνες της Αμερικής γύρω στα 1940: τον τρόπο ζωής, την ατμόσφαιρα και τους χαρακτήρες, ένα κομμάτι της κοινωνίας. Μεγάλος σύμμαχος σε αυτό είναι το σκηνικό που επιλέγει.

Η σκηνή είναι χωρισμένη σε τέσσερις μικρούς χώρους,  κουζίνα και καθιστικό, τουαλέτα, προθάλαμο, καθώς και ένα μικρό κομμάτι που υποδηλώνει τον πάνω όροφο. Καθώς η δράση εξελίσσεται σε κάποιον από αυτούς τους χώρους, στους υπόλοιπους βλέπουμε τους ήρωες να κινούνται σιωπηλά, συνεχίζοντας τις καθημερινές τους συνήθειες. Έτσι, το κλίμα και ο ρυθμός ζωής αναδύονται υπέροχα. Το έξοχο σκηνικό σχεδίασε η Μαρία Πανουργιά.

 Το σκηνικό, τοποθετημένο πολύ μπροστά στη  σκηνή, φέρνει τους θεατές σε άμεση επαφή με τα δρώμενα και εντείνει την αίσθηση της εγγύτητας. Ο Καραντζάς καταφέρνει να δημιουργήσει πολλές ζωντανές εικόνες και να μεταδώσει συγκλονιστικά στιγμές καθοριστικές από τις ζωές των ηρώων, όπως στιγμές που αναδεικνύουν   το τραυματικό παρελθόν της Μπλανς, την άσωτη ζωή του Στάνλεϋ, τις αρρωστημένες σχέσεις ανάμεσα στα ζευγάρια, τη θέση της γυναίκας — είτε πρόκειται για τη Μπλανς είτε για τη Στέλλα — μέσα σε μια σκληρή, ανδροκρατούμενη κοινωνία και άλλα πολλά. Η σκηνοθετική αυτή προσέγγιση και παρέμβαση φωτίζει βαθιά ακόμη και τα πιο απόκρυφα σημεία του  έργου.

Οι χαμηλοί φωτισμοί ενισχύουν το κλίμα αυτό, που είναι ιδιαίτερα σκοτεινό. πυκνό και φορτισμένο.

Όσον αφορά τις ερμηνείες, η Αλεξία Καλτσίκη δίνει μια συγκλονιστική, σπαρακτική ερμηνεία, αποτυπώνοντας όλες τις εντάσεις και τις διακυμάνσεις της ψυχικής κατάστασης της ηρωίδας. Αν και το καστ είναι συνολικά πολύ δυνατό, εκείνη «κρατάει» γερά στα χέρια της  τον δραματικό πυρήνα του έργου. Πριν δύο μέρες μάλιστα έλαβε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας για το 2025 από την Ελληνική Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών.

 Ο Αινείας Τσαμάτης, στον ρόλο του Κοβάλσκι, ενός άσχημου και άγαρμπου  Κοβάλσκι αποδίδει με ωμότητα και αλήθεια τον άξεστο χαρακτήρα του ήρωα, με έντονη σωματικότητα και εκρηκτικότητα. Τέλος, σημαντική παρουσία και  η Δήμητρα Βλαγκοπούλου που ερμηνεύει τη Στέλλα, σε μία δυνατή ερμηνεία ολοκληρώνει την τριάδα με ευαισθησία και συναίσθημα. Πολύ καλός και ο Γιώργος Ζυγούρης στο ρόλο του Μιτς και οι άλλοι δύο ηθοποιοί Γιάννης Κόραβος και Ιωάννα Ραμπαούνη απόλυτα μέσα στο κλίμα του έργου.

Πάντοτε είχα αδυναμία στο έργο αυτό και ιδιαίτερα στην βασική ηρωίδα, την Μπλανς και στην τελευταία ατάκα του έργου. «Πάντοτε βασίστηκα στην καλοσύνη των ξένων». Μια άκρως συγκινητική ατάκα αφιερωμένη στους ανθρώπους που φαίνεται να στερήθηκαν  την αληθινή και ουσιαστική αγάπη και αρκέστηκαν σε ψήγματα μόνο που τους χάρισαν κάποιοι περισσότερο άγνωστοι και μακρινοί. Αν και η συγκεκριμένη ατάκα σε αυτή την παράσταση ακούστηκε μόνο από τα βάθος γιατί η ηρωίδα είχε πλέον αποσυρθεί από τη σκηνή και έτσι αποδυναμώθηκε κάπως, εγώ την ανάμενα και πάλι όλο προσμονή. «Πάντα βασιζόμουν στην καλοσύνη των αγνώστων», έτσι αποδόθηκε αυτή τη φορά η μετάφραση.

Εν τέλει ο Δημήτρης Καραντζάς καταθέτοντας την έντονη σκηνοθετική του άποψη με στόχο πάντα να αποκαλύψει τα βαθύτερα νοήματα και μηνύματα του  έργου   πετυχαίνει ένα ιδιαίτερα  ρεαλιστικό, ζωντανό,  επιδραστικό και ουσιαστικό ανέβασμα. Αξίζει να το δείτε!