Κριτική της
Βικτωρίας Ιωσηφίδου
Και να που το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος αποφασίζει να
ανεβάσει τον εμβληματικό «Βυσσινόκηπο» του Αντόν
Τσέχωφ. Ο Τσέχωφ, χρησιμοποιώντας αυτόν τον τίτλο, δεν επεδίωκε να μας
μιλήσει απλώς για έναν κήπο με βυσσινιές, αλλά για έναν «βυσσινί» κήπο,
τονίζοντας το βαθύ κόκκινο χρώμα του και την αίσθηση χαράς και ευημερίας που
αυτό αντανακλά, στοιχεία που θα χαθούν, δυστυχώς, μαζί με την απώλειά του.
Η σύγχρονη
μετάφραση, με προσπάθεια να διατηρηθεί πλήρως το πνεύμα του Τσέχωφ, έγινε από
τον Δαυίδ Μαλτέζε, ενώ η δραματουργική
επεξεργασία και η σκηνοθεσία ανήκουν στην Αθανασία
Καραγιαννοπούλου. Η σκηνοθέτις, μάλιστα, αποτίει έναν φόρο τιμής στον Κωνσταντίν Στανισλάφσκι, που πρωτοσκηνοθέτησε το
έργο στη Μόσχα το 1904, επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει τα τραγούδια της πρώτης
παράστασης. Επιπλέον, στην τρίτη και τέταρτη πράξη ενσωματώνει στο σκηνικό
πορτρέτα των ηθοποιών που συμμετείχαν σε εκείνη την ιστορική παράσταση.
Ο «Βυσσινόκηπος»
αφηγείται την επιστροφή μιας αριστοκρατικής οικογένειας στο πατρικό της κτήμα,
το οποίο, βυθισμένο στα χρέη, οδηγείται αναπόφευκτα σε πλειστηριασμό. Η τελική
του κατάληξη στα χέρια του Λοπάχιν, ενός πρώην δουλοπάροικου, σφραγίζει μια
βαθιά κοινωνική και συμβολική ανατροπή. Το έργο αποτυπώνει με λεπτή ειρωνεία
και μελαγχολία το τέλος ενός παλιού κόσμου, εκείνου της αριστοκρατίας που ζει
προσκολλημένη στο παρελθόν και αδυνατεί να εξελιχθεί, ενώ παράλληλα αναδεικνύει
την άνοδο μιας νέας τάξης.
Ο Αντόν Τσέχωφ χαρακτήριζε τον «Βυσσινόκηπο» ως
κωμωδία, γιατί δεν τον ενδιέφερε να αναδείξει το δράμα, αλλά την ανθρώπινη
αδυναμία μπροστά στην αλλαγή. Οι ήρωες, ενώ χάνουν τον κόσμο τους, παραμένουν
αδρανείς, προσκολλημένοι σε αυταπάτες και στο παρελθόν, δημιουργώντας μια
λεπτή, ειρωνική κωμικότητα.
Αυτήν ακριβώς τη
λεπτή απόχρωση ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό επιχειρεί να αποδώσει η
σκηνοθέτις, τόσο με τη δραματουργική επεξεργασία όσο και με μια σειρά
σκηνοθετικών ευρημάτων. Στα διαλείμματα ανάμεσα στις πράξεις ακούγονται
χαρούμενες μουσικές που συνοδεύουν ευτράπελα περιστατικά και χορούς στο
προσκήνιο. Ταυτόχρονα οι περισσότεροι ήρωες,
κατά στιγμές, επιδίδονται σε ανατρεπτικές, έντονα κωμικές ερμηνείες,
προκαλώντας άφθονο γέλιο και αποσπώντας την προσοχή από τη βαθιά, ουσιαστικά
ζοφερή κατάσταση.
Η σκηνοθετική
προσέγγιση δεν εστιάζει τόσο στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, όπου η τραγικότητα
είναι εντονότερη, αλλά στους δευτερεύοντες, μέσα από τους οποίους επιδιώκεται η
ανάδειξη των κωμικών στοιχείων και της ελαφρότητας. Έτσι, αποδυναμωμένη κατά τη
γνώμη μου φαίνεται η παρουσία της χρεοκοπημένης Λιουμπόφ Αντρέγιεβνα, την οποία
ερμηνεύει η Γιολάντα Μπαλαούρα, καθώς και
του αδελφού της Γκάγιεφ που αποδίδει ο Βασίλης
Ευταξόπουλοσ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπηρετούν με συνέπεια τους
ρόλους τους. Ανάλογα συνεπής είναι και ο Γιώργος
Κολοβός ως Τροφίμωφ.
Ο Αντίνοος Αλμπάνης στον ρόλο του Λοπάχιν είναι
στιβαρός και δυναμικός, δίνοντας ένα πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας στο μέσο της
τρίτης πράξης, όταν πλέον έχει αγοράσει τον βυσσινόκηπο. Τέλος, η Χρύσα Ζαφειριάδου αποδίδει μια δυναμική Βάρια,
γεμάτη εσωτερική ένταση.
Και εδώ η ίδια η
σκηνοθετική προσέγγιση με οδηγεί στην ανάγκη να σταθώ περισσότερο στους
δευτερεύοντες ρόλους, οι οποίοι, μέσα από εξαιρετικές κωμικές ερμηνείες,
εδραιώνουν τα στοιχεία της ιλαροτραγωδίας. Η Τατιάνα
Μελίδου ως Ντουνιάσα είναι ένα λαμπερό, αέρινο και υπέροχο κωμικό πλάσμα.
Ο Νίκος Καπέλιος στον ρόλο του Πίσικ
αναλαμβάνει έναν εξόχως διασκεδαστικό χαρακτήρα και δικαίως κλέβει τις
εντυπώσεις. Η Ανθή Κασίνου είναι μια
δροσερή και τρυφερή Άνια, ενώ η Άννη Τσολακίδου
παραδίδει μια αξιοπρόσεκτη Σαρλότα. Μαζί
τους, οι Χρήστος Μαστρογιαννίδης, Γρηγόρης Φρέσκος και Μανώλης Φουντούλης συνεισφέρουν επίσης στη
δημιουργία του εύθυμου κλίματος. Τέλος, ο βετεράνος Κώστας
Σαντάς στον ρόλο του Φιρς, με το ιδιαίτερο μπρίο του, σε έναν ρόλο που
πολύ του ταιριάζει μιας και πατά πάνω στη μανιέρα του συνεισφέρει τα μέγιστα προσφέροντας
πάμπολλες κωμικές νότες.
Η ομάδα των
ηθοποιών δείχνει στο πρώτο μέρος μια μικρή αμηχανία, σαν να αναζητά τα πατήματά
της, όμως στο δεύτερο μέρος απελευθερώνεται εντελώς και αποδίδει με μεγάλη
άνεση και ενέργεια.
Ιδιαίτερα εύστοχες και
αξιομνημόνευτες είναι ορισμένες σκηνικές εικόνες που θα ήθελα να αναφέρω. Οι
σκιές από τα τσεκούρια που προβάλλουν απειλητικά πάνω στον βυσσινόκηπο, ο
Λοπάχιν που πετά στο έδαφος και καταστρέφει τα βιβλία μόλις αυτός, ένας αγράμματος
αποκτά το κτήμα, καθώς και οι ήρωες που πατούν απαξιωτικά πάνω στους τάφους των
προγόνων τους, υποδηλώνοντας πως το παλιό έχει πλέον χαθεί και το νέο
επιβάλλεται.
Εντυπωσιακά τα
σκηνικά και πανέμορφα τα κοστούμια της Ελένη
Μανωλοπούλου. Τα πολλά μανουάλια στο βάθος, που ανάβουν όταν νυχτώνει δημιουργούν
μιαν έντονα καλλιτεχνική εικόνα, ενώ τα κρεμάμενα άνθη του βυσσινόκηπου
προσδίδουν έναν ρομαντικό τόνο. Οι μουσικές της πρώτης παράστασης του
Στανισλάφσκι ντύνουν με εξαιρετικό τρόπο τη δράση.
Η συγκεκριμένη σκηνική ανάγνωση του «Βυσσινόκηπου» δεν
διστάζει να απομακρυνθεί από την παράδοση, δίνοντας σαφή έμφαση στην κωμική του
διάσταση. Συνολικά, πρόκειται για μια παράσταση που επιχειρεί να ισορροπήσει
ανάμεσα στο παλιό και το νέο, όπως και το ίδιο το έργο, αναδεικνύοντας τη
διαχρονικότητα του Τσέχωφ και υπενθυμίζοντας ότι κάθε τέλος εμπεριέχει μια νέα
αρχή.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου