Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Ένας ιδιαίτερος κωμικοτραγικός «ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟΣ»


Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου


Και να που το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος αποφασίζει να ανεβάσει τον εμβληματικό «Βυσσινόκηπο» του Αντόν Τσέχωφ. Ο Τσέχωφ, χρησιμοποιώντας αυτόν τον τίτλο, δεν επεδίωκε να μας μιλήσει απλώς για έναν κήπο με βυσσινιές, αλλά για έναν «βυσσινί» κήπο, τονίζοντας το βαθύ κόκκινο χρώμα του και την αίσθηση χαράς και ευημερίας που αυτό αντανακλά, στοιχεία που θα χαθούν, δυστυχώς, μαζί με την απώλειά του.

Η σύγχρονη μετάφραση, με προσπάθεια να διατηρηθεί πλήρως το πνεύμα του Τσέχωφ, έγινε από τον Δαυίδ Μαλτέζε, ενώ η δραματουργική επεξεργασία και η σκηνοθεσία ανήκουν στην Αθανασία Καραγιαννοπούλου. Η σκηνοθέτις, μάλιστα, αποτίει έναν φόρο τιμής στον Κωνσταντίν Στανισλάφσκι, που πρωτοσκηνοθέτησε το έργο στη Μόσχα το 1904, επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει τα τραγούδια της πρώτης παράστασης. Επιπλέον, στην τρίτη και τέταρτη πράξη ενσωματώνει στο σκηνικό πορτρέτα των ηθοποιών που συμμετείχαν σε εκείνη την ιστορική παράσταση.

Ο «Βυσσινόκηπος» αφηγείται την επιστροφή μιας αριστοκρατικής οικογένειας στο πατρικό της κτήμα, το οποίο, βυθισμένο στα χρέη, οδηγείται αναπόφευκτα σε πλειστηριασμό. Η τελική του κατάληξη στα χέρια του Λοπάχιν, ενός πρώην δουλοπάροικου, σφραγίζει μια βαθιά κοινωνική και συμβολική ανατροπή. Το έργο αποτυπώνει με λεπτή ειρωνεία και μελαγχολία το τέλος ενός παλιού κόσμου, εκείνου της αριστοκρατίας που ζει προσκολλημένη στο παρελθόν και αδυνατεί να εξελιχθεί, ενώ παράλληλα αναδεικνύει την άνοδο μιας νέας τάξης.

Ο Αντόν Τσέχωφ χαρακτήριζε τον «Βυσσινόκηπο» ως κωμωδία, γιατί δεν τον ενδιέφερε να αναδείξει το δράμα, αλλά την ανθρώπινη αδυναμία μπροστά στην αλλαγή. Οι ήρωες, ενώ χάνουν τον κόσμο τους, παραμένουν αδρανείς, προσκολλημένοι σε αυταπάτες και στο παρελθόν, δημιουργώντας μια λεπτή, ειρωνική κωμικότητα.

Αυτήν ακριβώς τη λεπτή απόχρωση ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό επιχειρεί να αποδώσει η σκηνοθέτις, τόσο με τη δραματουργική επεξεργασία όσο και με μια σειρά σκηνοθετικών ευρημάτων. Στα διαλείμματα ανάμεσα στις πράξεις ακούγονται χαρούμενες μουσικές που συνοδεύουν ευτράπελα περιστατικά και χορούς στο προσκήνιο. Ταυτόχρονα  οι περισσότεροι ήρωες, κατά στιγμές, επιδίδονται σε ανατρεπτικές, έντονα κωμικές ερμηνείες, προκαλώντας άφθονο γέλιο και αποσπώντας την προσοχή από τη βαθιά, ουσιαστικά ζοφερή κατάσταση.

Η σκηνοθετική προσέγγιση δεν εστιάζει τόσο στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, όπου η τραγικότητα είναι εντονότερη, αλλά στους δευτερεύοντες, μέσα από τους οποίους επιδιώκεται η ανάδειξη των κωμικών στοιχείων και της ελαφρότητας. Έτσι, αποδυναμωμένη κατά τη γνώμη μου φαίνεται η παρουσία της χρεοκοπημένης Λιουμπόφ Αντρέγιεβνα, την οποία ερμηνεύει η Γιολάντα Μπαλαούρα, καθώς και του αδελφού της Γκάγιεφ που αποδίδει ο Βασίλης Ευταξόπουλοσ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπηρετούν με συνέπεια τους ρόλους τους. Ανάλογα συνεπής είναι και ο Γιώργος Κολοβός ως Τροφίμωφ.

Ο Αντίνοος Αλμπάνης στον ρόλο του Λοπάχιν είναι στιβαρός και δυναμικός, δίνοντας ένα πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας στο μέσο της τρίτης πράξης, όταν πλέον έχει αγοράσει τον βυσσινόκηπο. Τέλος, η Χρύσα Ζαφειριάδου αποδίδει μια δυναμική Βάρια, γεμάτη εσωτερική ένταση.

Και εδώ η ίδια η σκηνοθετική προσέγγιση με οδηγεί στην ανάγκη να σταθώ περισσότερο στους δευτερεύοντες ρόλους, οι οποίοι, μέσα από εξαιρετικές κωμικές ερμηνείες, εδραιώνουν τα στοιχεία της ιλαροτραγωδίας. Η Τατιάνα Μελίδου ως Ντουνιάσα είναι ένα λαμπερό, αέρινο και υπέροχο κωμικό πλάσμα. Ο Νίκος Καπέλιος στον ρόλο του Πίσικ αναλαμβάνει έναν εξόχως διασκεδαστικό χαρακτήρα και δικαίως κλέβει τις εντυπώσεις. Η Ανθή Κασίνου είναι μια δροσερή και τρυφερή Άνια, ενώ η Άννη Τσολακίδου παραδίδει μια  αξιοπρόσεκτη Σαρλότα. Μαζί τους, οι Χρήστος Μαστρογιαννίδης, Γρηγόρης Φρέσκος και Μανώλης Φουντούλης συνεισφέρουν επίσης στη δημιουργία του εύθυμου κλίματος. Τέλος, ο  βετεράνος Κώστας Σαντάς στον ρόλο του Φιρς, με το ιδιαίτερο μπρίο του, σε έναν ρόλο που πολύ του ταιριάζει μιας και πατά πάνω στη μανιέρα του συνεισφέρει τα μέγιστα προσφέροντας πάμπολλες κωμικές νότες. 

Η ομάδα των ηθοποιών δείχνει στο πρώτο μέρος μια μικρή αμηχανία, σαν να αναζητά τα πατήματά της, όμως στο δεύτερο μέρος απελευθερώνεται εντελώς και αποδίδει με μεγάλη άνεση και ενέργεια.

Ιδιαίτερα εύστοχες και αξιομνημόνευτες είναι ορισμένες σκηνικές εικόνες που θα ήθελα να αναφέρω. Οι σκιές από τα τσεκούρια που προβάλλουν απειλητικά πάνω στον βυσσινόκηπο, ο Λοπάχιν που πετά στο έδαφος και καταστρέφει τα βιβλία μόλις αυτός, ένας αγράμματος αποκτά το κτήμα, καθώς και οι ήρωες που πατούν απαξιωτικά πάνω στους τάφους των προγόνων τους, υποδηλώνοντας πως το παλιό έχει πλέον χαθεί και το νέο επιβάλλεται.

Εντυπωσιακά τα σκηνικά και πανέμορφα τα κοστούμια της Ελένη Μανωλοπούλου. Τα πολλά μανουάλια στο βάθος, που ανάβουν όταν νυχτώνει δημιουργούν μιαν έντονα καλλιτεχνική εικόνα, ενώ τα κρεμάμενα άνθη του βυσσινόκηπου προσδίδουν έναν ρομαντικό τόνο. Οι μουσικές της πρώτης παράστασης του Στανισλάφσκι ντύνουν με εξαιρετικό τρόπο τη δράση.

Η συγκεκριμένη σκηνική ανάγνωση του «Βυσσινόκηπου» δεν διστάζει να απομακρυνθεί από την παράδοση, δίνοντας σαφή έμφαση στην κωμική του διάσταση. Συνολικά, πρόκειται για μια παράσταση που επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο παλιό και το νέο, όπως και το ίδιο το έργο, αναδεικνύοντας τη διαχρονικότητα του Τσέχωφ και υπενθυμίζοντας ότι κάθε τέλος εμπεριέχει μια νέα αρχή.

 

 

 

 

 

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Υπέροχος και ατμοσφαιρικός ο «ΖΟΡΜΠΑΣ» του Κ.Θ.Β.Ε.

Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου

Μια ιδιαίτερα ατμοσφαιρική και καλοδουλεμένη παράσταση παρουσιάζει το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος με τον «ΖΟΡΜΠΑ», σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία του Λευτέρη Γιοβανίδη, βασισμένη στο εμβληματικό έργο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη.

Η ιστορία ξεκινά όταν ένας νεαρός συγγραφέας, με προορισμό την Κρήτη, συναντά στο λιμάνι του Πειραιά έναν ιδιόρρυθμο, αυθόρμητο μεσόκοπο άντρα. Ο άντρας αυτός, ο Αλέξης Ζορμπάς,  ζητά να τον ακολουθήσει ως βοηθός και συνοδοιπόρος στο ταξίδι του. Οι δυο τους καταλήγουν σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Κρήτης, όπου ο συγγραφέας σκοπεύει να επαναλειτουργήσει ένα παλιό μεταλλείο. Εκεί θα γνωρίσουν τη μαντάμ Ορτάνς, μια ξεπεσμένη Γαλλίδα τραγουδίστρια με πλούσιο παρελθόν, αλλά και τους κατοίκους του χωριού, βυθισμένους στη σκληρή και συντηρητική καθημερινότητα της επαρχίας.

Μέσα από τη σχέση τους, ο Ζορμπάς θα μεταδώσει στον νεαρό συγγραφέα βαθιές αλήθειες για τη ζωή. Τη χαρά της ύπαρξης, την αξία της ελευθερίας, την ανάγκη για απόλαυση και αυθεντικότητα. Μια γνωριμία που θα μετατραπεί σε καθοριστική εμπειρία ζωής.

Ο Λευτέρης Γιοβανίδης δημιουργεί μια υποβλητική σκηνική σύνθεση που μεταφέρει τον θεατή στη μακρινή Κρήτη προηγούμενων δεκαετιών. Με εξαιρετική διαχείριση του σκηνικού πλήθους, στήνει εικόνες που θυμίζουν κινηματογραφικά πλάνα. Άλλοτε στο πλοίο, άλλοτε στο καφενείο, άλλοτε στον δρόμο, οι άνθρωποι της εποχής συνθέτουν ένα ζωντανό και πολύχρωμο κοινωνικό τοπίο.

Στον κεντρικό ρόλο, ο Πασχάλης Τσαρούχας δίνει μια πληθωρική, συγκλονιστική, βαθιά πειστική ερμηνεία. Ενσαρκώνει τον Ζορμπά με πάθος και ζωντάνια, αποδίδοντας τον γλεντζέ, ελεύθερο και παθιασμένο άνθρωπο που οραματίστηκε ο Καζαντζάκης. Με το σώμα, το βλέμμα και την κίνηση, σηκώνει επάξια από το πρώτο δευτερόλεπτο το βάρος του ρόλου και καθηλώνει το κοινό.

Δίπλα του, ο Νίκος Τσολερίδης αποδίδει με ευαισθησία τον νεαρό συγγραφέα. Συνεσταλμένος, ευγενικός και εσωστρεφής, δημιουργεί μια έντονη και ενδιαφέρουσα αντίθεση με τον εκρηκτικό Ζορμπά. Παράλληλα, αναδεικνύεται με πειστικότητα το ιδιαίτερο δέσιμο που αναπτύσσεται ανάμεσα στις δύο τόσο διαφορετικές προσωπικότητες.

Εξαιρετική είναι η έμπειρη Μπέττυ Νικολέση στον ρόλο της μαντάμ Ορτάνς, καθώς κινείται με άνεση ανάμεσα στο χιούμορ και τη συγκίνηση, δημιουργώντας μια γοητευτική και ανθρώπινη σκηνική παρουσία.

Ιδιαίτερα δυναμική και γεμάτη συναίσθημα είναι και η πάντa υπέροχη  Κλειώ-Δανάη Οθωναίου στον ρόλο της Χήρας. Δίπλα της ξεχωρίζει  ο αεικίνητος Θάνος Φερετζέλης ως Μιμηθός.

Γύρω τους κινείται μια πλειάδα αξιόλογων ηθοποιών του Κρατικού Θεάτρου σε μικρότερους ρόλους. Όλοι μαζί για άλλη μία φορά, καταφέρνουν να αποτυπώσουν με αξιώσεις αυτό που τους ζητείται, το πολύχρωμο αλλά και σκληρό σύμπαν της κρητικής επαρχίας.

Σημαντικότατη είναι η συμβολή της μουσικής του Χρήστου Παπαδόπουλου, με εκτεταμένα, εμπνευσμένα, μουσικά αποσπάσματα που συνοδεύουν αρμονικά τις σκηνές της παράστασης, μέσα από έντεχνα, λαϊκά και παραδοσιακά μουσικά όργανα. Στην ατμόσφαιρα της παράστασης συμβάλλουν ακόμη καταλυτικά οι εξαιρετικοί φωτισμοί και οι χρωματισμοί του Αλέκου Αναστασίου.

 Όμορφα και αρμονικά είναι και τα κοστούμια εποχής, σε ποικιλία χρωμάτων, που σχεδίασε για την παράσταση η Ευαγγελία Κιρκινέ. Τέλος, ευφάνταστα και λειτουργικά είναι τα σκηνικά του Δημήτρη Πολυχρονιάδη, που ανεβοκατεβαίνουν, μπαινοβγαίνουν ή περιστρέφονται στη σκηνή, φιλοξενώντας τα διάφορα επεισόδια του έργου.

Συνολικά πρόκειται για μια άρτια, ιδιαίτερα επιμελημένη θεατρική δουλειά, που τιμά πραγματικά ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της ελληνικής λογοτεχνίας και μας υπενθυμίζει ότι η φιλοσοφία του Ζορμπά για τη ζωή παραμένει διαχρονικά ζωντανή. Μια παράσταση που αξίζει να παρακολουθήσετε όλοι!